Καθαρή μείωση κατά 27.772 στρέμματα στον ελληνικό αμπελώνα — Επισιτιστική… αφασία στην κυβέρνηση

Μεγάλη μείωση παρουσιάζει η έκταση του ελληνικού αμπελώνα την περίοδο 2012-2021, καθώς σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε στην εκδήλωση της Γενικής Συνέλευσης της ΕΔΟΑΟ, ο προϊστάμενος του τμήματος Αμπέλου Οίνου και Αλκοολούχων ποτών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Διονύσης Γραμματικός, η καθαρή μείωση εκτάσεων ανέρχεται σε 27.772,9 στρέμματα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Κλαδικού Εθνικού Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ) «εάν στις εκτάσεις αυτές συνυπολογισθούν και προστεθούν οι νέες φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν με βάση το καθεστώς Αδειών Φύτευσης που άρχισε να ισχύει από το έτος 2016 έως το 2021, δηλαδή φυτεύσεις 37.180,79 στρεμμάτων τότε η πραγματική μείωση ανέρχεται σε 64.953,69 στρέμματα, αφού η διαφορά μεταξύ 2012 και 2021 περιλαμβάνει και τις φυτεύσεις μέσω Αδειών Φύτευσης».

Η μεγαλύτερη μείωση στις εκτάσεις αμπέλου καταγράφεται στις Περιφέρειες Πελοποννήσου, Αττικής και Στερεάς Ελλάδας. Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση το γεγονός ότι τα δηλωμένα οινοποιεία αυξήθηκαν από τα 665 που ήταν το 2010 σε 1.617 το 2021, δείχνει «τεράστιο κατακερματισμό τόσο στην παραγωγή, όσο και στο εμπόριο, αντιγράφοντας τις παθογένειες που συναντάμε στα διαρθρωτικά μεγέθη της πρωτογενούς παραγωγής», όπως σημειώνει η ΚΕΟΣΟΕ.

 

Επισιτιστική… αφασία στην κυβέρνηση
Από τη χτεσινή κυβερνητική σύσκεψη για την επισιτιστική κρίση υπό τον πρωθυπουργό
Μια τρύπα στο νερό από τη διυπουργική σύσκεψη για την επισιτιστική επάρκεια ● «Ολα κυλάνε ομαλά», καθησυχάζει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ● Καμιά διευκρίνιση για τις επιδοτήσεις 40 εκατ. ευρώ για την αγορά λιπασμάτων.

Κατώτερη των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει το Μαξίμου ήταν η χθεσινή διυπουργική σύσκεψη για το θέμα της επισιτιστικής ασφάλειας και την καταγραφή των αποθεμάτων της χώρας. Χωρίς να ανακοινωθεί κανένα άμεσο και χειροπιαστό μέτρο, η κυβερνητική ενημέρωση περιορίστηκε σε γενικόλογες υποσχέσεις και καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι υπάρχει «απόλυτη επάρκεια αγαθών».

Κουβέντα για τις εξωφρενικές ανατιμήσεις, που σε κάποια προϊόντα προσεγγίζουν το 100% στα τιμολόγια χονδρικής (π.χ. πάνω από 30 ευρώ το 10κιλο ηλιέλαιο από 15 πριν από την έναρξη του πολέμου ή στα 22-25 ευρώ το σακί αλεύρι από 12-15) ή για τις ελλείψεις σε αγροεφόδια που έχουν γίνει ορατές. Το μόνο που μάθαμε είναι ότι «αποφασίστηκε η εντατικοποίηση των ελέγχων για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και πιθανών φαινομένων κερδοσκοπίας». Αυτό όμως είχε ανακοινωθεί από τη ΔΙΜΕΑ την περασμένη εβδομάδα, μετά από πολύμηνη σιωπή για το θέμα της ακρίβειας από την κατά τα άλλα λαλίστατη υπηρεσία.

Οσο για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα ώστε να βελτιωθεί το ισοζύγιο σε προϊόντα στα οποία υπάρχει έλλειμμα, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιώργος Γεωργαντάς, αρκέστηκε να δηλώσει ότι «πάντα υπάρχει η δυνατότητα αύξησης της εγχώριας παραγωγής», αναφερόμενος αποκλειστικά στο ηλιέλαιο. Αποφεύγοντας να δώσει σαφείς απαντήσεις για το πώς αυτό θα επιτευχθεί εγκαίρως, πριν γίνουν ακόμα πιο έντονες οι καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, η μόνη διευκρίνιση που έκανε είναι ότι «η βελτίωση της κατανομής μεταξύ χρήσης βιοκαυσίμου και οικιακής χρήσης μπορεί να βοηθήσει περαιτέρω στην αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων για κατανάλωση».

Ούτε για τα μέτρα που θα υιοθετηθούν από την εργαλειοθήκη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης μάθαμε κάτι περισσότερο, πέρα από αοριστίες όπως ότι «η κυβέρνηση αναλύει συνεχώς τα νέα δεδομένα» και αξιολογεί την επικαιροποίηση των προτάσεων «ως βάση για τις παρεμβάσεις που θα ακολουθήσουν».

Αγάλι αγάλι γίνεται η εργαλειοθήκη πράξη για την κυβέρνηση, αφού, όπως μας καθησυχάζει, όλα μέχρι στιγμής βαίνουν καλώς. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι που περιμένουν πώς και πώς κάποια ανακούφιση από την εκτόξευση των τιμών σε λιπάσματα και ζωοτροφές πιθανόν θα χάρηκαν πολύ που έμαθαν ότι «ο πρωτογενής τομέας θα συνεχίσει να έχει την απόλυτη στήριξη της κυβέρνησης, καθώς επηρεάζεται άμεσα από την ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση και ο οποίος αποτελεί ευαίσθητο δομικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας». Το υπουργείο δεν διευκρίνισε τι θα γίνει με την επιδότηση των 40 εκατομμυρίων ευρώ για αγορά λιπασμάτων, την οποία είχε προαναγγείλει, παρά μόνο ότι «αξιοποιούνται όλα τα διαθέσιμα εργαλεία εντός του πλαισίου της Ε.Ε. και των αντοχών της ελληνικής οικονομίας».

Το γεγονός ότι η πολυδιαφημισμένη σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό, με τη συμμετοχή όλων των πρωτοκλασάτων υπουργών και σύσσωμου του πρωθυπουργικού επιτελείου (15 άτομα), κατέληξε σε μια εξαιρετικά φτωχή σε περιεχόμενο ανακοίνωση από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης φανερώνει αν μη τι άλλο αμηχανία και ένδεια προτάσεων.

Επιπλέον γίνεται εμφανής η απόπειρα να υποβιβαστεί εκ των υστέρων ένα τόσο φλέγον ζήτημα όπως η διατροφική επάρκεια της χώρας, με πυροσβεστικές και επικοινωνιακές ανακοινώσεις που δεν γίνονται καν από το Μαξίμου. Μόνο που με συσκέψεις δεν γεμίζουν οι αποθήκες της χώρας, ούτε τα ντουλάπια των νοικοκυριών, που σε λίγο θα χρειάζονται μισό μηνιάτικο για να μη μείνουν άδεια. Η πρόβλεψη δεν είναι καθόλου τραβηγμένη, αν σκεφτούμε ότι το 2020, με αρνητικό πληθωρισμό, σχεδόν το 1/4 των μηνιαίων δαπανών ενός νοικοκυριού πήγαινε σε τρόφιμα, ενώ σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής οι μέσες διεθνείς τιμές των τροφίμων ενδέχεται να αυξηθούν ώς και 50% το 2022.

Αφροδίτη Τζιαντζή