Η κηδεία μίας χώρας που εκοιμήθη

Ο Νίκος Παπαδογιάννης άνοιξε την τηλεόραση για να μάθει τα της πανδημίας και νόμισε ότι έβλεπε παραισθήσεις.

Πίστεψα ότι ήταν κάποιου είδους παραίσθηση, που οφειλόταν στον πολύμηνο εγκλεισμό, αλλά όχι, το έβλεπα στ’ αλήθεια.

Στον τόπο των 10.000 νεκρών, όπου δεν είδαμε κανενός το κατευόδιο ή τους τεθλιμμένους συγγενείς, ή έστω τους γιατρούς που πάσχιζαν να τους σώσουν, παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση την κηδεία ενός Βρετανού πρίγκηπα.

Σε κυνικά ελληνικά, ενός κρατικοδίαιτου καρεκλοκένταυρου που έζησε εκατό χρόνια στις πλάτες του λαουτζίκου.

Στην Ελλάδα της φονικής πανδημίας, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Με γαλαζοαίματο σχολιασμό. Από την κρατική τηλεόραση, που λειτουργεί με δικά μας χρήματα και με αφεντικό τον υπεύθυνο Τύπου του πρωθυπουργού.

Επί ώρες. Όχι με δίλεπτο ρεπορτάζ στο δελτίου «ειδήσεων», αλλά με έκτακτη εκπομπή, μεσημέρι Σαββάτου, που όλη η φύση ησυχάζει. Prime time, αν υποτεθεί ότι υπάρχουν ακόμη έγκλειστοι για να το παρακολουθήσουν.

Με ταρατατζούμ, παράτες και μεγαλοστομίες. Για να αισθάνονται κάποιου είδους εθνική υπερηφάνεια οι νοσταλγοί της αριστοκρατίας και οι αλλοπαρμένες του κομμωτηρίου, που κάπου άκουσαν ότι αυτός ο Φίλιππας είχε ελληνικό αίμα.

Και τα γερόντια, που βλέπουν στο πρόσωπο του Δένδια έναν νέο Κολοκοτρώνη και φόρεσαν φυσεκλίκια για να παρελάσουν ως τον Σαγγάριο.

Και τα παιδιά των παιδιών των παιδιών του κρυφού σχολειού, που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ, αλλά δεν βαριέσαι, πάνω απ’ όλα το εθνικόφρον αφήγημα, μην αφήσουμε την αλήθεια να μας χαλάσει μία ωραία ιστορία.

Η Ελλάς είναι εδώ, ενωμένη, δυνατή. Εξάγει στις ξένες χώρες γαλαζοαίματη τεχνογνωσία και ανδροπρεπή τσαμπουκά. Και εισάγει από τον εαυτό της σανό, για να θρέψει τους πεινασμένους.

Τις κηδείες των θυμάτων του Covid-19, της κυβερνητικής ανευθυνότητας και της ανυπαρξίας του ΕΣΥ δεν χρειάζεται να τις δούμε στην τηλεόραση, τις βλέπουμε διά ζώσης κάθε φορά που μας φωνάζουν να περιμαζέψουμε τον παππού μας σε μαύρη σακούλα.

«Αναγνωρίστε τον», μας λένε. «Δεν δύναμαι», απαντάμε. «Έχω να τον δω ένα χρόνο, γιατί έτσι μου είπε το γκουβέρνο».

Έλα μωρέ, κι εσύ, μην ακούς τι λένε, κάνε ένα σελφ-τεστ, δήλωσέ το αρνητικό ακόμα και αν είναι θετικό και βγες να χαρείς τη λιακάδα, πήγαινε να δεις και τους δικούς σου ανθρώπους, πιες έναν καφέ στην πλατεία, κάνε και μια βουτιά!

Μα τι λέτε, καλέ μου κύριε; Αυτό ακριβώς περιμένουν οι τα φαιά φορούντες, για να δείξουν εμένα ως υπεύθυνο.

«Μπορεί να στείλαμε δέκα χιλιάδες άτομα στον τάφο επειδή προτιμήσαμε να προσλάβουμε Ματατζήδες και παπάδες αντί για γιατρούς, αλλά φταίς εσύ για την εξάπλωση του ιού, που βγήκες στον δρόμο να διαμαρτυρηθείς επειδή οι μπάτσοι που προσλάβαμε σε κάνουν μαύρο στο ξύλο και οι παπάδες αρνούνται να σε κλάψουν επειδή είσαι αρνητής θρησκείας, κομμουνιστής και μαδούρος».

Α, και μη τρέχεις να κρυφτείς στο σπίτι σου, είναι πια πολύ αργά. Άλλωστε έχουμε δικαίωμα να μουντάρουμε και εκεί, για να σε πλακώσουμε. Και στο πανεπιστήμιο. Και στον δρόμο. Και στις πλατείες, που πας να χαμουρέψεις και να μαδουρέψεις…

Να αποδίδουμε την ευθύνη της διασποράς στους νέους εξαιτίας των «κορωνομαζώξεων» είναι ίσως το φτηνότερο τέχνασμα από καταβολής φτηνών τεχνασμάτων και κίβδηλης αριστείας.

Ή μάλλον, είναι το φτηνότερο από τότε που ρίξαμε το φταίξιμο στους συγκεντρωμένους του Εφετείου. Τη μοναδική μέρα που η κοινωνία ψιλοξύπνησε από τον βαθύ της λήθαργο.

Πριν τους νέους, και μετά από αυτούς, και χθες, και αύριο, και σήμερα, υπήρχε και υπάρχει ο κακός χαλασμός στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η αυτοπρόσωπη εργασία ακόμα και εκεί όπου ενδείκνυται τηλεργασία. Το χάος των σχολικών αιθουσών.

Το κράτος εν κράτει των ρασοφόρων στους ναούς. Οι κάθε λογής εκδηλώσεις θρησκευτικής και πατριωτικής λατρείας, που όλο απαγορεύονται και όλο γίνονται κανονικά. Οι γάμοι και τα γλέντια, σε μαγαζιά που είναι κλειστά αλλά λειτουργούν σε πλήρη σύνθεση όταν το πει ο μπαμπάς της νύφης.

Οι λιτανείες εικόνων κάποιου αγίου με θαυματουργές παντόφλες ή και κάποιου γηραιού πρίγκηπα της γηραιάς Αλβιώνας. Η ασυδοσία της επαρχίας, όσο πιο χωριό τόσο πιο ασύδοτο.

Το απίστευτο μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Ο τουρισμός, πριν και μετά και πάνω απ’ όλα ο τουρισμός, που ανοίγει διάπλατα τις πύλες του πριν ακόμη ανοίξουν οι πόρτες των σπιτιών μας, για να ξαναζήσουμε μέρες καλοκαιριού 2020.

Διότι τι θα πουν οι ξένοι, αν δεν μας βρουν με κατεβασμένα βρακιά; Θα νομίζουν ότι έρχονται σε σοβαρό κράτος, που σέβεται τον εαυτό του και τους πολίτες του. Και τότε πώς θα ζήσουμε με τέτοιο ψέμα;

Ο πολίτης γράφει τα μέτρα στα παπάρια του και βγαίνει απτόητος στους δρόμους επειδή δεν αντέχει άλλο. Δεν αντέχει όχι το πρωτόκολλο, αλλά την κοροϊδία.

Τον έκλεισαν στο σπίτι του πριν από πέντε μήνες για να νικήσουν την πανδημία, βλέπει να καταστρέφεται οικονομικά και επαγγελματικά, κινδυνεύει με κατάθλιψη, αλλά η πανδημία εκεί, απτόητη, κατατροπώνει κατά κράτος το κράτος, στο -θεωρητικά- σκληρότερο και μακροβιότερο lockdown της Ευρώπης.

Όταν είχαμε την ψευδαίσθηση ότι το γκουβέρνο νοιαζόταν για το καλό μας και ότι οι επιστήμονες σέβονταν τον όρκο μας, τον περασμένο Μάρτιο, κλειστήκαμε στ’ αλήθεια στο μπαλαούρο και θριαμβεύσαμε στις στατιστικές.

Τώρα που μαθαίνουμε για το τσουνάμι των απ’ ευθείας αναθέσεων, για τα σκάνδαλα που δεν προλαβαίνουμε να τα μετράμε και για τη συστηματική τους συγκάλυψη, για το σουλάτσο παιδεραστών και εγκληματιών στους κυβερνητικούς διαδρόμους, για το κύμα καταστολής που θυμίζει δικτατορία, για τον πετσωμένο σκοταδισμό που απλώνεται και οδηγεί σε φαινόμενα λογοκρισίας, για το αίμα στους δρόμους μιας χώρας που αντί για Κολάμπια θυμίζει Κολομβία, για τις ανεμελιές ενός πρωθυπουργού που γιορτάζει τις εκατόμβες με τσάρκες και τένις, για την ευνοιοκρατία ακόμα στους εμβολιασμούς, δεν έχουμε άλλη άμυνα, παρά την αντανακλαστική αδιαφορία.

Μια άμυνα, σαν επίθεση. Και ας είναι ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν αυτοί που γαυγίζουν τις διαταγές χάνουν κάθε ίχνος αξιοπιστίας, οι διαταγές θα πέσουν σε ώτα μη ακουόντων. Η φράση που ακούγεται περισσότερο από κάθε άλλη αυτές τις μέρες εκεί έξω είναι: «Ναι, το είδαμε και το λοκντάουν σας».

Και πώς να το αποκρούσεις αυτό το θεώρημα; Από εκεί που υπερηφανευόμασταν για τον εθνικό μας θρίαμβο στην αντιμετώπιση της πανδημίας, βαδίζουμε ολοταχώς προς τον πάτο της λίστας. Ποιας λίστας; Διαλέξτε και πάρετε, σε όλες κοντά στον πάτο βρισκόμαστε πια.

Η ομερτά-κουβέρτα των μέσων «ενημέρωσης» έχει γρίλιες και συχνά αφήνει να βγαίνουν στην επιφάνεια οι δυσάρεστες οσμές, όπως όταν ανακατεύεις τη χρησιμοποιημένη άμμο της γάτας ξεσκεπάζοντας τις ακαθαρσίες.

Στον κυριακάτικο Τύπο, σε δεξιόστροφη εφημερίδα μάλιστα και όχι σε κανένα Documento, δημοσιεύονται αποσπάσματα από τα πρακτικά της επιτροπής των λοιμωξιολόγων, αυτά που η κυβέρνηση προσπάθησε να κλειδώσει σε άπαρτο χρηματοκιβώτιο.

Από τα πρακτικά, φαίνεται αυτό ακριβώς που υποψιαζόμασταν εδώ και καιρό. Τα μέτρα ενάντια στην πανδημία τα εισηγούνται όχι οι επιστήμονες, αλλά υπουργάρες, υφυπουργάρες, γραμματείς και κυρίως φαρισαίοι.

Δεν πά’ να διαφωνούν ο Σύψας και ο Τσιόδρας; Όπως αποδεικνύεται από τα κιτάπια, τις αποφάσεις για την υγεία σας τις εισηγούνται ο Σκέρτσος, ο Γεραπετρίτης, ο Χαρδαλιάς, η Κεραμέως,  Μενδώνη, η Νικολάου και άλλοι διακεκριμένοι λοιμωξιολόγοι. Γιατί όχι και ο Φουρθιώτης;

Και αν τυχόν κάνει κανένα σκέρτσο κανένας γιατρός της επιτροπής, τόσο το χειρότερο για τον ίδιο, η εξώπορτα είναι όπως πας αριστερά. Το μοναστήρι να ’ναι καλά.

Στην ανάγκη, θα βγάλουμε τη στενογράφο συριζαία, όπως την αρχισυντάκτρια αυτού του ΦλΕΡΤ. Που, για να μη ξεχνιόμαστε, έχει για παρουσιάστρια την αδελφή του συντονιστή εσωτερικής πολιτικής του Μητσοτάκη. Και συμπαρουσιαστή, γιο πρώην βουλευτή της ΝΔ.

Το κολοσσιαίων διαστάσεων θέμα, για τα πρακτικά που εκθέτουν την κυβέρνηση ανεπανόρθωτα, στον κανονικό κόσμο θα μονοπωλούσε τα δελτία ειδήσεων και θα έβγαζε κόσμο στους δρόμους.

Στη χώρα όπου ανθεί και ευημερεί η φαιδρά πορτοκαλέα, τα κανάλια δείχνουν ακόμα χαϊλάιτς από την κηδεία του Άγγλου πρίγκηπα. Το όνομα του πρωθυπουργού το αναφέρουν μόνο για να μας ενημερώσουν ότι υιοθέτησε ένα σκυλάκι. Λες και δεν έχει αρκετά.

Ξέρω, παραληρώ. Φταίει που είμαι από τα κορόιδα και κάθομαι σπίτι μου από τον Νοέμβριο, χωρίς να βλέπω καν τη μάνα μου που μένει δίπλα.

Βγαίνω έξω για τα απολύτως απαραίτητα και περιμένω τη σειρά μου για εμβόλιο, σε κάνα δίμηνο, μπας και προλάβω και το Τόκιο. Όπως έλεγε ο μακαρίτης Χάρρυ Κλυνν, αρχίζει και μου τη δίνει. Μου τη δίνει άσχημα.

Η χαριστική βολή θα είναι να με περιμένουν έξω από την πόρτα μου μόλις ξεμυτίσω. «Εσύ δεν είσαι που τα γράφεις αυτά τα αισχρά για τον πολυχρονεμένο; Πέρνα στο τμήμα δι’ υπόθεσίν σου».

Στάσου όμως να αρπάξεις ένα μπερντάχι πρώτα, για να μας περάσει η φαγούρα στα χέρια. Το ξυλοφόρτωμα με ευλογημένο από το κράτος στυλιάρι είναι το εθνικό μας σπορ και πάμε για μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Νίκος Παπαδογιάννης