Η Αντιγόνη του Γκρουζίνις και το ένστικτο της «μέσα ζωής»

Παράσταση που συγκροτήθηκε από τηλεοπτικά γνωστούς κατά βάση ηθοποιούς, με φανερές φιλοδοξίες για εμπορική επιτυχία, κατάφερε τη χρυσή τομή του θεάτρου, αποδίδοντας μια θεατρικά και ερμηνευτικά καίρια Αντιγόνη, με σαφέστατες πολιτικές αναφορές.

→ «Αντιγόνη» Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Σπουδαία ευκαιρία είχαμε φέτος να αντιληφθούμε μεταξύ άλλων τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο εσωτερικός ιστός που συνέχει θεατρικά το αρχαίο δράμα. Η Αντιγόνη, ως γνωστόν, ανήκει στον Θηβαϊκό Κύκλο και επόμενο είναι οι περισσότεροι να τη συνδέουν με τα άλλα έργα του – Οιδίποδας, Επτά επί Θήβας…-, όπως θα θέλαμε σε ένα σύγχρονο κύκλο αυτόνομων επεισοδίων. Όμως το αρχαίο δράμα ανήκει στο θέατρο και η συνάφειά του αποδεικνύεται κι αλλιώς.

Φέτος για παράδειγμα είχαμε τη σπάνια δυνατότητα να παρακολουθήσουμε δύο στη σειρά έργα του Σοφοκλή που συνδέονται μέσα από τη θεατρική -και όχι τη μυθική- τους συνάφεια. Θέμα στον Αίαντα είναι το δίκαιο της ταφής, κυρίως όσων επικρίνονται για την προηγούμενη αντι-πατριωτική τους στάση (θέμα προφανώς κρίσιμο για την ηθική σκευή της πόλης στην αρχαία Ελλάδα) – παραπέρα, η ανάγκη συμπερίληψης της παράδοσης και τους κοινού αισθήματος στους γραπτούς και κεντρικά επιβεβλημένους νόμους της πολιτείας. Είναι η συζήτηση που παρακολουθήσαμε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα από τον Αίαντα του Εθνικού μεταξύ δύο αντικρουόμενων μερών, του Αγαμέμνονα και Μενέλαου από τη μια, και του Τεύκρου και της Τέκμησσας από την άλλη, με τον Οδυσσέα να παρεμβαίνει στο τέλος σαν ρυθμιστής της κατάστασης.

Και να που επανερχόμαστε τώρα στο ίδιο θέμα, αυτή τη φορά με την Αντιγόνη, έργο που χρονολογικά αλλά και με τους όρους της θεατρικής εξέλιξης ακολουθεί τον Αίαντα. Θα παρατηρήσουν πολλοί πως πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο θέμα (για την ταφή ή όχι ενός αμφιλεγόμενου προσώπου), με λίγο-πολύ παρόμοια επιχειρηματολογία. Όμως θεατρικά τα ίδια έργα απέχουν παρασάγγες -όσο απέχει ένα καλό έργο από ένα αριστούργημα.

Περιέργως κανείς -ή λίγοι- θυμούνται τη διαλεκτική συνάφεια τους -κι αν δεν κάνω λάθος δύσκολα θα ανακαλούσαμε τον Αίαντα σαν πρότυπο σε μια σχετική συζήτηση, όπως συμβαίνει σταθερά και αενάως με την Αντιγόνη. Γιατί; Ο λόγος -πιστεύω- δεν βρίσκεται μόνο στη υπέρτερη δραματουργία της Αντιγόνης. Βρίσκεται κυρίως στο σώμα της θεατρικότητάς της. Εκεί που πριν συγκρούονταν μορφές του παλιού και νέου ηρωικού παραδείγματος, τη θέση τους τώρα παίρνουν δύο κατ’ ουσίαν «αουτσάιντερ», στο περιθώριο των μεγάλων μορφών που δονούν τους μυθικούς κύκλους.

Ο ένας είναι ένας βασιλιάς που ακόμα νιώθει κρύο το στέμμα στην κεφαλή του. Και η άλλη μια νεαρή κοπέλα, στιγματισμένη ήδη από το μίασμα του οίκου της…  Και οι δύο δεν εκπροσωπούν μόνο, αλλά εμπλέκονται και οι ίδιοι σαν θύτες και θύματα στον αγώνα του δίκαιου. Αμφιβάλλει κανείς πως η περίπτωσή τους αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές καταφάσεις στην ιστορία του πολιτισμού; Την Αντιγόνη και τον Κρέοντα θα τους συνοδεύει πάντα μια έκπληξη, ο αιφνιδιασμός κάθε γενιάς απέναντι σε δύο ανθρώπινα πρόσωπα που σηκώνουν για λογαριασμό της τις πολύ μεγάλες πέτρες.

Τα λέω αυτά εισαγωγικά στην Αντιγόνη του Τσεζάρε Γκρουζίνις, γιατί πιστεύω πως η δική του οπτική κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση. Από τη μια ζήτησε να χαράξει έναν κύκλο εντός του οποίου οι μέσοι άνθρωποι προσπαθούν -όσο μπορούν κι όπως μπορούν- να στήσουν ξανά τη ζωή τους στα ερείπια, αφήνοντας απέξω παρελθόν, κακές μνήμες, λάθη, τον παλιό εαυτό -είναι αυτό που ο Κρέοντας του κατά βάθος επιτελεί. Και από την άλλη θέλησε να αποδώσει το μεταίχμιο μιας πράξης κατά βάθος ρομαντικής, που λειτουργεί με το ένα πόδι εντός και με το άλλο εκτός της πραγματικότητας -αυτή είναι η δική του Αντιγόνη.

Το κλίμα της Θήβας όταν ξεκινά η Αντιγόνη είναι αυτό  της γιορτής -για τι άλλο; για τη σωτηρία της πόλης. Ο Κρέοντας εμφανίζεται σε αυτήν σαν πραγματιστής πολιτικός που αρπάζει την ευκαιρία για πανηγυρικούς λόγους και εμπέδωση της εξουσίας μπροστά στον μάλλον πειθήνιο Χορό. Η Αντιγόνη όμως νιώθει πως η γιορτή αυτή θα έπρεπε να έχει διαφορετική χροιά: Το ίδιο τραπέζι είναι γι’ αυτήν τραπέζι μνημόσυνου. Για την παράσταση του Λιθουανού σκηνοθέτη η Αντιγόνη είναι αυτή που θυμίζει στην πόλη το χρέος της απέναντι σε ό,τι βρίσκεται θαμμένο μέσα της – της θυμίζει το ένστικτο της «μέσα ζωής». Κι αυτό το ένστικτο η Αντιγόνη το διατηρεί γιατί είναι ακόμη νέα, ενθουσιώδης, κάπως αφελής, πιθανόν άγουρη στην ρητορική της, ικανή όμως να εκπροσωπήσει μια γενιά που αισθάνεται το άδικο του ισχυρού πάνω της σαν πόνο και τη θυσία της για τα ιδανικά σαν γιορτή.

Υπάρχει στην αρχή της παράστασης επί σκηνής ένα διαλυμένο σκηνικό το οποίο ο Χορός γρήγορα θα μετατρέψει σε τραπέζι κοινής ευωχίας (σκηνογραφία και κοστούμια του Kenny MacLellan). Η εικόνα του παραπέμπει βέβαια στην πάλαι ποτέ Ορέστεια του Στάιν -μα και ποιος δεν φέρει τα γονίδια της περίφημης εκείνης πρότασης…-, στο συμπόσιο όμως, όπως είπαμε, πρωτοστατεί ο ίδιος ο Κρέων. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει καλλιεργήσει τα τελευταία χρόνια ένα σκηνικό πρόσωπο που αποπνέει πατριαρχική, ανδρική, βία. Και επόμενο είναι να είναι αυτός ο δικός του βασιλιάς. Το μεγάλο κέρδος από την  ερμηνεία του είναι πως παραδίδει έναν Κρέοντα ανθρώπινο, σαν εκπρόσωπο και θύμα όχι των θέσεων του αλλά της ίδια της νοοτροπίας του. Είναι ο «άντρας» πριν ακόμα χαρακτηριστεί ηγέτης – σε σημείο ώστε αυτό που μοιάζει να τον ενοχλεί τόσο στην πράξη της Αντιγόνης δεν είναι η ίδια η πολιτική αμφισβήτησή του όσο το θιγμένο ανδρικό του φιλότιμο.

Αρκεί αυτό για να αποδώσουμε πλήρως τον Κρέοντα; Η σωστή ερώτηση είναι αν είναι αυτό αρκετό… Γιατί το ζήτημα στο θέατρο δεν είναι να αποδώσεις τα πάντα, αλλά να αποδώσεις πειστικά κάτι πάνω στο οποίο μπορούμε να πατήσουμε και να ψηλώσουμε ώστε να φτάσουμε τα υπόλοιπα. Εδώ είχαμε μια από άκρη σε άκρη σταθερή ιδέα για τον Κρέοντα, ικανή να στηρίξει πολλές άλλες, ειδικά σήμερα που το ζήτημα της πατριαρχίας και της ανδρικής βίας κάνει τα πράγματα ορατά. Γιατί πόσοι άραγε θα είχαν σκεφτεί παλιότερα ότι στη θανάτωση της Αντιγόνης κρύβεται μια γυναικοκτονία;

Είναι σημαντικό να το έχουμε υπόψη μας αυτό και όταν κρίνουμε την Αντιγόνη της Έλλης Τρίγγου. Ναι, αφήνει χώρο στον Κρέοντα του Μπισμπίκη ώστε ο τελευταίος να επιβάλλεται σε μια τραγωδία που στο τέλος-τέλος φέρει το δικό της όνομα! Όμως αυτό που πρωτίστως μας νοιάζει εδώ είναι πως στην Αντιγόνη μια νέα κοπέλα προχωρά με την ορμή της ηλικίας και τη αβεβαιότητα της ήβης ένα βήμα μπροστά από τους άλλους: πως πράττει με χαρά εκείνο που οι πολλοί σκέφτονται με φόβο. Δεν χρειάζεται να τη φανταζόμαστε  λοιπόν σαν σωματικά «ανάλογη» της πράξης της. Το ζήτημα είναι να την λάβουμε σοβαρά υπόψη ακόμα και όταν το δέμα της δεν «γεμίζει το μάτι». Αλλιώς κάνουμε το λάθος του Κρέοντα: Αρνιόμαστε να την ακούσουμε γιατί έχουμε εξαρχής απορρίψει την ικανότητά της να μιλάει.

Οι πολιτικές αναφορές στο σήμερα είναι νομίζω σαφέστατες -και ιδού πώς μια παράσταση που δεν πολιτεύεται ανοικτά, καταλήγει σε βαθιά πολιτικά σχόλια. Ειδικά όταν συμπεριλάβουμε σε αυτήν τη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, που για μια ακόμη φορά παραδίδει μια ελεύθερη, -ποιητικά αναπλασμένη-, εκδοχή του πρωτότυπου, βάζοντας ωστόσο το πρώτο λιθάρι στη μετατόπιση του άξονα του προς το πολιτικό ορίζοντα.

Έχουμε ακόμη έναν Χορό σφικτό και δεμένο που ξεκινάει σαφώς από τις θέσεις του Κρέοντα και τις συμμερίζεται. Πρόκειται δηλαδή για έναν «πατριαρχικό» Χορό, που θα εξελιχθεί στην πορεία, αν και όχι πλήρως: Η εικόνα της Αντιγόνης να θρηνεί στο τέλος το χαμό της μόνη, αβοήθητη, απομονωμένη από όλους, δείχνει πως η πορεία της δεν είναι ούτε τόσο κοινά αποδεκτή, ούτε τόσο εύκολα «τιμημένη». Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης σαν Κορυφαίος δίνει πειστικά το πρόσωπο του λαού που έχει κρύψει τα αισθήματά του πίσω από την ανάγκη του να κυβερνηθεί -ακόμα κι όταν η Αντιγόνη θα κινήσει τη μέσα του την αμφισβήτηση. Κι αυτό αντανακλά στα τραγούδια και στο χορό του, που ξεκινούν από μακριά για να καταλήξουν σε ένα βουβό ζεϊμπέκικο -ίσως τον πλέον μεταιχμιακό χορό μεταξύ χαράς και πένθους (χορογραφία Edgen Lame). Συμβάλλει σε αυτό και η μουσική του Δημήτρη Θεοχάρη, άλλοτε χορευτική, άλλοτε χορωδιακή, κάποτε μονωδιακή (Ο Χορός συγκροτείται από μέλη του διανομής και τους Γιάννη Μαστρογιάννη και Περικλή Σιούντα).

Τα δεύτερα πρόσωπα συμπληρώνουν την εικόνα. Ένας εξαιρετικός Αίμονας από τον νέο ηθοποιό Στρατή Χατζησταματίου στέκεται δίπλα στην εικόνα της Αντιγόνης: σχετικά μικρόσωμος κι αυτός, αλλά δείτε πόσο ψηλά φτάνει η φλόγα του! Ναι, πρόκειται για παιδιά, μην το ξεχνάμε. Μα αν υπάρχει δίδαγμα στο έργο βρίσκεται στο ότι οφείλουμε στην πολιτική μας συνέλευση να συμπεριλάβουμε κι αυτά. Ενδιαφέρον έχει το πρόσωπο της Ισμήνης από την Δανάη Μιχαλάκη: Πιο μεγαλόσωμη από την αδελφή της, πιο «συμπαγής» από εκείνη, συνετή στα λόγια. Η πράξη ζητάει όμως τόλμη, ίσως και μια τρέλα που δεν αφήνει πάντα ορατά ίχνη.

Ο Τειρεσίας του Χρήστου Σαπουντζή εισέρχεται αμέσως μετά τη θεατρικότατη στιγμή ενός σεισμού που θα διακόψει το δείπνο των συνδαιτημόνων, και η είσοδός του δημιουργεί γι’ αυτό ειρωνική αντίστιξη: ένας γέρος είναι που σκουντουφλάει στα τυφλά και λέει λόγια δυσάρεστα…. Κι όμως η αλήθεια δεν βρίσκεται ούτε και αυτή τη φορά σε ό,τι φαίνεται. Ο Τειρεσίας του Σαπουντζή επιβάλλεται με το κύρος, όχι με την εμφάνιση.
Κωμικό ιντερμέδιο, μα και ανθρώπινη στιγμή, η εμφάνιση του Φύλακα του Κώστα Κορωναίου -αν και ορισμένα από τα λόγια του θα έπρεπε να εκφέρονται κατ’ ιδίαν και όχι ενώπιον του βασιλιά. Φανερώνει το φόβο των απλών ανθρώπων κι ίσως στο βάθος την έλλειψη αληθινής εκτίμησης προς το πρόσωπο του Κρέοντα.

Ο Άγγελος του Γιώργου Παπαγεωργίου είναι μια από τις θετικότερες παρουσίες της διανομής: Εισέρχεται στην ορχήστρα με αυτοπεποίθηση, τεχνική και το βάρος κάποιου που έχει δει και κατανοήσει τα ανθρώπινα. Η Ευριδίκη της Μαρίνας Αργυρίδου βρίσκεται στα όρια ενός ρόλου που κι αν δεν προλαβαίνει να εξελιχθεί, στη σύντομη παρουσία του κουβαλά τον σαρκασμό και τη λαίλαπα της τραγωδίας.

Είναι μια παράσταση που συγκροτήθηκε από τηλεοπτικά γνωστούς κατά βάση ηθοποιούς, με φανερές φιλοδοξίες για εμπορική επιτυχία. Όμως να που κατάφερε τη χρυσή τομή του θεάτρου, αποδίδοντας μια θεατρικά και ερμηνευτικά καίρια Αντιγόνη. Μια παραλία που ξεκινά από τα ρηχά και βαθαίνει μέχρι εκεί που φτάνουν οι κολυμβητικές ικανότητες του καθένα…