Διπλωματικές πηγές: Σημαντική προσθήκη για Ελλάδα στο ανακοινωθέν του ΝΑΤΟ – Το ΝΑΤΟ επιστρέφει στις ρίζες του – Ο Ερντογάν θέλει διμερή διάλογο με ανοιχτή ατζέντα

Από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.

Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ δεσμεύονται να ενισχύσουν τις διαβουλεύσεις όταν η ασφάλεια και η σταθερότητα ενός Συμμάχου απειλείται ή όταν οι θεμελιώδεις αξίες και οι αρχές της Συμμαχίας διακυβεύονται.

Να ενισχύσουν τις διαβουλεύσεις όταν η ασφάλεια και η σταθερότητα ενός Συμμάχου απειλείται ή όταν οι θεμελιώδεις αξίες και οι αρχές του ΝΑΤΟ διακυβεύονται,  δεσμεύονται στα συμπεράσματά τους οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Συμμαχίας.

«Δεσμευόμαστε για τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες. Δεσμευόμαστε να ενισχύσουμε τις διαβουλεύσεις όταν απειλείται η ασφάλεια ή η σταθερότητα ενός Συμμάχου ή όταν διακυβεύονται οι θεμελιώδεις αξίες και αρχές μας», αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο των συμπερασμάτων της Συνόδου.

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η προσθήκη αυτή στα συμπεράσματα αποτελεί «σημαντικό βήμα» για τα ελληνικά συμφέροντα. Αφορά τις σχέσεις μεταξύ δύο Συμμάχων, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η Τουρκία θα καλείται να λογοδοτεί για τη συμπεριφορά της όταν είναι προκλητική έναντι της Ελλάδας.

Οι 30 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ επιβεβαιώνουν στα συμπεράσματά τους, «την ενότητα, την αλληλεγγύη και τη συνοχή του ΝΑΤΟ», καθώς και την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στις διατλαντικές σχέσεις.

Το ΝΑΤΟ επιστρέφει στις ρίζες του

Η «εισβολή» του Τζο Μπάιντεν στο διεθνές προσκήνιο προκάλεσε αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις. Παρά το μετριοπαθές προφίλ και τις στενές σχέσεις του με το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, στο πρώτο εξάμηνο της θητείας του προκάλεσε ευεργετικά «σοκ» τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στις διεθνείς σχέσεις.

Προφανώς, αναφερόμαστε στο ισχυρό οικονομικό πακέτο στήριξης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων για να ορθοποδήσουν από τις επιπτώσεις της πανδημίας, που δικαίως χαρακτηρίζεται νέο «Νιου Ντιλ». Προφανέστατα, αναφερόμαστε στις προτάσεις για τον παγκόσμιο εταιρικό φόρο και την άρση των πατεντών στα εμβόλια, που έφεραν σε αμηχανία την Ευρώπη.

Ωστόσο, οι θετικές εκπλήξεις εξαντλούνται σε αυτά. Οσοι περίμεναν ότι ο «κεϊνσιανισμός» του Μπάιντεν θα έχει αντανάκλαση και στη διεθνή συμπεριφορά της υπερδύναμης, διαψεύδονται. Η επιστροφή των ΗΠΑ στην ευρωατλαντική συμμαχία, η προσπάθεια της νέας αμερικανικής ηγεσίας να κλείσει τα βαθιά ρήγματα στη συνοχή της που προκάλεσε η αλλοπρόσαλλη πολιτική του Τραμπ, αντισταθμίζεται από την επικίνδυνη επιστροφή του ΝΑΤΟ στις βαθιές ψυχροπολεμικές ρίζες του, που είχαν συρρικνωθεί στη διάρκεια του μακρόχρονου -και κραυγαλέα αποτυχημένου- πολέμου κατά της «τρομοκρατίας».

Φυσικά, ούτε η πανδημία ούτε οι πρωτοφανείς προκλήσεις διεθνούς συνεργασίας και αλληλεγγύης που αυτή ανέδειξε κατάφεραν να εξαλείψουν τα γεωπολιτικά συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις εμμονές της αμερικανικής υπερδύναμης και των συμμάχων της. Ούτε να αλλάξουν τη φύση της νατοϊκής συμμαχίας ως ψυχροπολεμικής δομής, στενά εξαρτημένης από τις πιέσεις του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος.

Το ΝΑΤΟ της «νέας εποχής» αποκαθιστά τη χαμένη συνοχή του στη σύνοδο των Βρυξελλών, στήνοντας απέναντί του μια παλιά και μια σχετικά νέα «απειλή»: τη Ρωσία και την Κίνα, η οποία έπειτα από δεκαετίες αναβαπτίζεται από οικονομικός εταίρος των πάντων σε «πρόκληση» -και αυτό είναι ένας ευφημισμός για την «απειλή» ή τον «εχθρό» του εγγύς μέλλοντος.

Το χειρότερο είναι ότι η αντιμετώπιση του «εχθρού» απαιτεί νέο ανταγωνισμό εξοπλισμών και αύξηση των πολεμικών δαπανών, την ώρα που η πανδημία εκτοξεύει τα δημόσια χρέη και αλλάζει τις προτεραιότητες. Για υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα, αποτελεί πράξη αυτοχειρίας η «πειθαρχία» στη νατοϊκή εντολή αύξησης των εξοπλιστικών δαπανών. Και όμως, ο Ελληνας πρωθυπουργός έσπευσε να δηλώσει πρόθυμος να ανταποκριθεί. Δυστυχώς, δεν μας εκπλήσσει καθόλου.

 

Ο Ερντογάν θέλει διμερή διάλογο με ανοιχτή ατζέντα

Κόντρα στις ελληνικές επιδιώξεις, ο Τούρκος πρόεδρος, κατά την πάγια τακτική του, επιθυμεί διάλογο εφ’ όλης της ύλης και χωρίς την εμπλοκή Ε.Ε. και ΗΠΑ.

Σταθερά προσηλωμένος στα σχέδια και τις διεκδικήσεις της Άγκυρας, όσον αφορά τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, είναι ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Τούρκος πρόεδρος είχε το απόγευμα της Δευτέρας συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ κατόπιν έδωσε συνέντευξη Τύπου –στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες– στην οποία ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά τις προθέσεις του.

Καθώς μπορεί νωρίτερα ελληνικές κυβερνητικές πηγές να έκαναν λόγο για «θετικό κλίμα» στη συνάντηση, τονίζοντας πως «έσπασε ο πάγος» μεταξύ των δύο πλευρών, ωστόσο αργότερα ο Τούρκος πρόεδρος είπε πράγματα που είναι σαφώς αντίθετα με τις επιδιώξεις της Αθήνας.

Μιλώντας σε διπλωματική γλώσσα, ο Ερντογάν δήλωσε καταρχάς ότι συμφωνεί με τον Έλληνα πρωθυπουργό, πως θα πρέπει να κυριαρχήσει η ειρήνη και να αποφευχθεί κάθε ένταση στο Αιγαίο και σε άλλες περιοχές. Στο σημείο αυτό έσπευσε να προσθέσει ότι «δεν χρειάζονται μεσολαβητές με την Ελλάδα» και τάχθηκε υπέρ ενός απευθείας διαλόγου μέσω των διαύλων επικοινωνίας που έχουν οι δύο πλευρές.

Ο Τούρκος πρόεδρος, δηλαδή, απέκλεισε την παρέμβαση των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη συνδρομή των οποίων επιδιώκει σταθερά η ελληνική πλευρά σε κάθε συζήτηση με τη γειτονική χώρα, προκειμένου να τιθασευτούν οι προκλητικές ενέργειες και διεκδικήσεις της Άγκυρας.

Παράλληλα, ο Ερντογάν μίλησε για επιτροπές διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο χωρών που θα επιλύουν ένα-ένα τα θέματα που υπάρχουν στο τραπέζι, κάνοντας μάλιστα λόγο για «τραπέζι λύσεων» κι όχι προβλημάτων.

Υπενθυμίζεται ότι η ελληνική πλευρά δέχεται ότι υπάρχουν μόνο δύο θέματα προς συζήτηση με την Άγκυρα: η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και το θέμα της ΑΟΖ. Ωστόσο, ο Τούρκος πρόεδρος ουσιαστικά ανοίγει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προωθώντας τη δική του ατζέντα, ώστε να κερδίσει όσα περισσότερα μπορεί. Όλα αυτά, σε διμερείς επαφές και χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων, όπως επιθυμεί η Τουρκία.

Τι ανέφεραν κυβερνητικές πηγές

Νωρίτερα, ελληνικές κυβερνητικές πηγές σημείωναν ότι οι δύο ηγέτες, κατά τη συνάντησή τους, συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τους την ένταση του 2020, παρά τις πολύ σημαντικές διαφορές που υπάρχουν.

«Η συνάντηση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Ταγίπ Ερντογάν αποτέλεσε ένα βήμα προς ένα πιο ήσυχο καλοκαίρι», ανέφεραν χαρακτηριστικά οι ελληνικές κυβερνητικές πηγές, προσθέτοντας πως το τετ-α-τετ των δύο ηγετών έγινε «σε καλό κλίμα και υπήρξε μία συμφωνία αμοιβαίας κατανόησης ότι η ένταση του 2020 δεν μπορεί να επαναληφθεί, ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει μία προσπάθεια να αποφευχθούν οι προκλήσεις, που ενδέχεται να οδηγήσουν σε δύσκολα διαχειρίσιμες καταστάσεις».

Οι ίδιες πηγές αναγνώριζαν πως «εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές σε μία σειρά ζητημάτων με κυριότερο αυτό της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο», σημειώνοντας πως «αυτές θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και στο πλαίσιο συζητήσεων, όπως οι διερευνητικές επαφές, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και οι πολιτικές διαβουλεύσεις, ως το πλαίσιο συνεννόησης, που μπορεί να οδηγήσει στην εκτόνωση της έντασης».

Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές, η συζήτηση των δύο ηγετών στράφηκε και γύρω από το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. «Σταθερή θέση μας είναι πως μπορούμε να συνεργαστούμε με την Τουρκία στο συγκεκριμένο θέμα, αρκεί να αποφεύγονται οι προκλήσεις, όπως αυτές, που βιώσαμε τον Μάρτιο του 2020». Μάλιστα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέστησε σαφές, όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές, ότι θα ήταν μία κίνηση καλής θέλησης, να δεχθεί η Τουρκία να πάρει πίσω τους 1.450, των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί τελεσίδικα.

Επιπλέον, ο κ. Μητσοτάκης τάχθηκε υπέρ της προώθησης της θετικής ατζέντας, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στη συμφωνία ανάμεσα στους δύο αρμόδιους υφυπουργούς.