Διεθνής Αμνηστία: Δύο νεκροί, μία αγνοούμενη από την ελληνική βία στα σύνορα – Σε απόγνωση οι περιπτερούχοι. Κίνδυνος για χιλιάδες «λουκέτα»

Διεθνής Αμνηστία: Δύο νεκροί, μία αγνοούμενη από την ελληνική βία στα σύνορα
Οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες δήλωσαν στην Διεθνή Αμνηστία ότι οι συνοριακές δυνάμεις έπαιρναν επίσης τα χρήματά τους με τα οποία ήλπιζαν να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ευρώπη

Το θάνατο δύο μεταναστών στα ελληνοτουρκικά σύνορα επιβεβαιώνει η Διεθνής Αμνηστία. Σε έκθεσή της που δημοσιεύεται σήμερα, η οργάνωση δηλώνει ότι τουλάχιστον δύο άνδρες σκοτώθηκαν και μια γυναίκα είναι αγνοούμενη εξαιτίας της βίας της ελληνικής συνοριοφυλακής.  «Οι ελληνικές συνοριακές δυνάμεις άνοιξαν πυρ και πέταξαν δακρυγόνα εναντίον αιτούντων άσυλο και μεταναστών», σημειώνεται στην έκθεση, που προσδιορίζει ότι οι δύο μετανάστες έχασαν τη ζωή τους μεταξύ 2 και 4 Μαρτίου. Σημειώνεται ότι «αυτό συνέβη αφού οι τουρκικές Αρχές τους ενθάρρυναν απερίσκεπτα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα λέγοντας ψέματα».

«Από τις 27 Φεβρουαρίου και μετά, χιλιάδες άνθρωποι κατευθύνθηκαν στα ελληνικά σύνορα, αφού οι τουρκικές αρχές ενθάρρυναν και διευκόλυναν την κίνησή τους προς τα εκεί. Κάποιοι αιτούντες άσυλο και οι οικογένειές τους που ζουν στην Τουρκία άφησαν τον τόπο διαμονής και δαπάνησαν όλα τα χρήματά τους για να κάνουν το ταξίδι. Ωστόσο, οι ελληνικές Αρχές σταμάτησαν την κίνηση των ανθρώπων που προσπάθησαν να διασχίσουν τα σύνορα, ενισχύοντας τους ελέγχους, στέλνοντας αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις που χρησιμοποίησαν δακρυγόνα, αντλίες νερού, πλαστικές σφαίρες και αληθινές σφαίρες», σημειώνεται στην έκθεση.

«Οι άνθρωποι ταξίδεψαν από την Τουρκία στην Ελλάδα για να αναζητήσουν ασφάλεια, ωστόσο ήρθαν αντιμέτωποι με βία και δύο σκοτώθηκαν με τραγικό τρόπο. Η χρήση βίας πρέπει να διερευνηθεί αμερόληπτα. Ο καθένας πρέπει να αντιμετωπίζεται ανθρωπιστικά, να προστατεύεται από τη βία και να έχει πρόσβαση σε προστασία στις χώρες όπου επιδιώκει την ασφάλεια », δήλωσε ο Μάσιμο Μοράτι, Αναπληρωτής Διευθυντής του Περιφερειακού Γραφείου της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ευρώπη.

Ένα τρίτο άτομο, η Φάτμα (δεν είναι το πραγματικό της όνομα) από τη Συρία, αγνοείται και θεωρείται νεκρή, αφού αυτή και ο σύζυγός της χωρίστηκαν από τα έξι παιδιά τους, ενώ προσπάθησαν να διασχίσουν τον ποταμό Έβρο, για να εισέλθουν στην Ελλάδα. Ο Αχμέτ (δεν είναι το πραγματικό του όνομα) δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι η σύζυγός του αγνοούμενη, τη θεωρεί νεκρή αφού οι Έλληνες στρατιώτες πυροβόλησαν προς αυτήν καθώς εκείνη προσπαθούσε να πάει με τα παιδιά τους στην ελληνική πλευρά του ποταμού.

Ο Αχμέτ δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι οι ελληνικές αρχές έλαβαν στη συνέχεια τον ίδιο και τα παιδιά τους για τέσσερις ή πέντε ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν αφαιρεθεί και είχαν πάρει την κατοχή τους. Στη συνέχεια οδηγήθηκαν πίσω στο ποτάμι και έβαλαν σε ξύλινη βάρκα που τους πήρε και άλλοι πίσω στην τουρκική πλευρά. Παρά την πρόσληψη δικηγόρων και στις δύο χώρες για να μάθει τι συνέβη με τη σύζυγό του, ο Αχμέτ δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τον τόπο ή τη μοίρα της.

Ο Αχμέτ δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν στη συνέχεια τον ίδιο και τα παιδιά τους για τέσσερις ή πέντε ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν γυμνοί και τους είχαν αφαιρεθεί όλα τα υπάρχοντά τους. Στη συνέχεια τους οδήγησαν πίσω στο ποτάμι, τους έβαλαν με άλλους σε ξύλινη βάρκα και τους οδήγησε στην τουρκική πλευρά. Παρά το γεγονός ότι προσέλαβε δικηγόρους και στις δύο χώρες για να μάθει τι συνέβη με τη σύζυγό του, ο Αχμέτ δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τον τόπο ή τη μοίρα της.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, ο Μοχάμαντ Γκουλζάρι, 43χρονος από το Πακιστάν, πυροβολήθηκε στο στήθος καθώς προσπαθούσε να περάσει στην Ελλάδα από το συνοριακό σημείο διέλευσης Pazarkule / Καστανιές και μεταφέρθηκε νεκρός σε τουρκικό νοσοκομείο στις 4 Μαρτίου, σε ένα περιστατικό κατά το οποίο είδε πέντε ακόμα άτομα να τραυματίζονται από σφαίρες. Ένας 22χρονος Σύριος, ο Μωάμεθ αλ-Άραμπ, πέθανε επίσης στην περιοχή. Η δολοφονία του τεκμηριώθηκε από το Forensic Architecture.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι μαρτυρίες ανέφεραν ότι είχαν ξυλοκοπηθεί από τους συνοριοφύλακες, ότι κρατούνταν σε χώρους της παραμεθόριας περιοχής για χρονικές περιόδους που κυμαίνονταν από ώρες έως αρκετές ημέρες και επιστρέφονταν στην Τουρκία με βάρκες μέσω του ποταμού Έβρου σε ομάδες. Οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες δήλωσαν στην Διεθνή Αμνηστία ότι οι συνοριακές δυνάμεις έπαιρναν επίσης τα χρήματά τους – σε μερικές περιπτώσεις χιλιάδες δολάρια και τη μόνη αποταμίευσή τους – με τα οποία ήλπιζαν να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ευρώπη.

Αυτή η βίαιη απάντηση δεν περιοριζόταν στις παραμεθόριες περιοχές. Ένας άντρας από τη Συρία δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι είχε περάσει στην Ελλάδα στις 4 Μαρτίου. «Διέσχισα το ποτάμι και μπήκα μέσα στην Ελλάδα για τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες πριν από τη σύλληψή μου. Με οδήγησαν σε ένα μέρος όπου με χτύπησαν και πήραν το τηλέφωνό μου και τα λεφτά μου, 2000 Λίρες [περ. 275 ευρώ], ήταν τα μόνα που είχα. Με πήραν πίσω στον ποταμό στην Τουρκία και με άφησαν εκεί χωρίς παλτό ή παπούτσια», είπε.

«Οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία πώς οι ελληνικές συνοριακές δυνάμεις εφάρμοσαν μια κυβερνητική πολιτική για να τους απωθήσουν αντί να λάβουν τις αιτήσεις τους για άσυλο ακόμη και μετά την είσοδό τους στην ελληνική επικράτεια. Αυτό παραβιάζει το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», σημειώνεται.

Σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, όλοι όσοι έφτασαν μετά την 1η Μαρτίου 2020 κρατήθηκαν αυθαίρετα σε λιμενικές εγκαταστάσεις και σε άλλες περιοχές, ανίκανοι να ζητήσουν άσυλο και σε κίνδυνο επιστροφής στην Τουρκία ή σε χώρες προέλευσης ή διέλευσης. Μόνο στη Λέσβο, περίπου 500 άτομα – συμπεριλαμβανομένων των 200 παιδιών – που έφτασαν δια θαλάσσης κρατήθηκαν για πάνω από 10 ημέρες σε πλοίο του ελληνικού Ναυτικού που χρησιμοποιείται συνήθως για τη μεταφορά δεξαμενών και άλλων στρατιωτικών οχημάτων. Εκατοντάδες περισσότεροι αιτούντες άσυλο και μετανάστες κρατήθηκαν σε άλλες λιμενικές εγκαταστάσεις στο Αιγαίο.

Όλοι όσοι κρατήθηκαν στα νησιά μεταφέρθηκαν τελικά σε μεγαλύτερα κέντρα κράτησης στην ηπειρωτική Ελλάδα στις 20 Μαρτίου, όπου σήμερα εκκρεμούν αποφάσεις επιστροφής και δεν μπορούν να ζητήσουν άσυλο.

«Η Ελλάδα πρέπει τώρα να αλλάξει γρήγορα την πορεία και να επιτρέψει σε όλους τους νεοαφιχθέντες να έχουν πρόσβαση σε διαδικασίες ασύλου και βασικές υπηρεσίες. Πρέπει να μεταφέρουν τους ανθρώπους από τις εγκαταστάσεις κράτησης και τα υπερπλήρη στρατόπεδα σε ασφαλή καταλύματα. Η ταχεία εξάπλωση του κορονοϊού έχει κάνει το πιο επείγον», δήλωσε ο Μάσιμο Μοράτι.

 

Σε απόγνωση οι περιπτερούχοι – Κίνδυνος για χιλιάδες «λουκέτα»

Σε απόγνωση οι περιπτερούχοι – Κίνδυνος για χιλιάδες «λουκέτα»
Έκκληση να ενταχθούν στα μέτρα στήριξης απευθύνει ο κλάδος

Κραυγή αγωνίας για την κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο τους εκπέμπουν οι περιπτερούχοι, οι οποίοι κάνουν λόγο για ισχυρό πλήγμα από την επέλαση του κορονοϊού. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μισθωτών Περιπτέρων, Θοδωρής Μάλλιος, «σε αντίθεση με την αντίληψη που υπάρχει πως τα περίπτερα δουλεύουν, η κατάσταση στον κλάδο μας είναι τραγική, με τα έσοδα να έχουν σχεδόν μηδενισθεί και χιλιάδες επαγγελματίες να έχουν κατεβάσει ήδη ρολά».

Σύμφωνα με τον κ. Μάλλιο, αυτή τη στιγμή περίπου το 20-25% των περιπτέρων σε πανελλαδικό επίπεδο έχουν κλείσει ελλείψει… πελατείας (!), αφότου ξεκίνησαν να λαμβάνονται τα περιοριστικά μέτρα (κλείσιμο εμπορικών καταστημάτων και κατόπιν με την καθολική απαγόρευση της κυκλοφορίας), περίπου 50% φυτοζωούν, ενώ το υπόλοιπο 20-25% μετά βίας επιβιώνει. «Είμαστε σε απελπισία και δεν ξέρουμε πως θα καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας αλλά και απέναντι το προσωπικό που κάποιοι απασχολούμε», σημειώνει χαρακτηριστικά.

«Καθημερινά», υπογραμμίζει, «δέχεται μηνύματα από συναδέλφους του από όλη τη χώρα πως κάθε μέρα που περνάει καταρρέουν οικονομικά χωρίς να μπορούν να κλείσουν, αφού κανείς δεν είναι σε θέση να τους διαβεβαιώσει ότι θα έχουν τη στήριξη του Κράτους». Ο πρόεδρος των περιπτερούχων Ελλάδας απευθύνει έκκληση να ενταχθεί άμεσα ο κλάδος στους ΚΑΔ, ώστε να μπορεί να κάνει χρήση των μέτρων που έχει θεσπίσει η κυβέρνηση για όσους πλήττονται από την υγειονομική κρίση, τονίζοντας πως διαφορετικά ο κλάδος κινδυνεύει με ολική καταστροφή!

«Είναι απαράδεκτο να μένουμε έξω από τα μέτρα, τη στιγμή που έχουν ενταχθεί –και καλώς συνέβη- οι αποκλειστικοί προμηθευτές μας, δηλαδή οι χονδρέμποροι καπνικών προϊόντων, ζαχαρωδών και ειδών κάβας», συμπληρώνει με έμφαση.

«Πολλοί», συμπληρώνει, «θα αναγκαστούν να βάλουν λουκέτο. Δεν θα μπορέσουν να ανοίξουν όταν περάσει η κρίση». Και προσθέσει: «εάν μέχρι τότε συνεχίσουμε να συσσωρεύουμε χρέη και δεν υπάρχει μια ρύθμιση που να μας ανακουφίζει τότε δεν υπάρχει λόγος να ανοίξουμε, ειδικά όσοι βρίσκονται σε τουριστικά σημεία με δεδομένο πως η φετινή σεζόν αναμένεται να είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Να σημειωθεί ότι σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 5.800 περίπτερα από περίπου 11.000 που ήταν πριν από περίπου δέκα χρόνια, πριν την λαίλαπα της οικονομικής κρίσης. Σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για οικογενειακές επιχειρήσεις ενώ κάποιες απασχολούν και ένα μικρό αριθμό εργαζομένων.