Δημοκρατία ή καπιταλισμός;…. Τάσος Τσακίρογλου

«Είναι ώρα η πολιτική να θέσει κανόνες στις αγορές. Και οι εταιρείες με υπερκέρδη από αυτήν τη συγκυρία να αναλάβουν μερίδιο στο κόστος υπέρβασής της». Με αυτό το ανέκδοτο διάνθισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το προχθεσινό του διάγγελμα που αφορούσε τα μέτρα στήριξης των πολιτών κατά της ακρίβειας.

Η πλέον νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του τόπου μετά τη μεταπολίτευση «θα θέσει κανόνες στην αγορά», την ώρα που στην αγορά γίνεται πάρτι εις βάρος της κοινωνίας και των πολλών. Το θέμα σχεδόν εξαντλήθηκε στη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης της ευρωζώνης, αφού η αγορά όχι μόνο ποδηγέτησε την πολιτική, αλλά κυριολεκτικά την κατέστησε υπηρέτριά της.

Για χρόνια το μόνο που απέδειξαν οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης (συντηρητικοί, σοσιαλδημοκράτες και «αριστεροί») ήταν πως η αγορά και η κερδοσκοπία δεν μπορούν να χαλιναγωγηθούν και πως ακόμα και προσπάθειες για αντίσταση κατέληξαν στα γνωστά ψυχοδράματα και στους μοιραίους συμβιβασμούς. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται κάποια μοιρολατρία, αλλά άλλου είδους πολιτικές οι οποίες θα συνοδεύονται από τη μαζική κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα.

Όπως γράφει ο εξέχων Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφανγκ Στρεκ στο βιβλίο του «Κερδίζοντας χρόνο: η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού» (εκδόσεις Τόπος), «[Η τακτική αυτή του νεοφιλελευθερισμού] περιλαμβάνει οικονομική πολιτική δεσμευμένη από κανόνες, ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες και δημοσιονομική πολιτική προστατευμένη από εκλογικά αποτελέσματα, τη μεταφορά των αποφάσεων της οικονομικής πολιτικής σε ρυθμιστικούς διοικητικούς οργανισμούς και “επιτροπές ειδικών” και όλα αυτά νομικώς δεσμευτικά για τις κυβερνήσεις για πολλές δεκαετίες, αν όχι για πάντα».

Έτσι έχουμε πάρει το μάθημά μας ότι φτάσαμε πλέον σε ένα σημείο στο οποίο ο καπιταλισμός ανταγωνίζεται ευθέως τη δημοκρατία και απ’ αυτόν τον ανταγωνισμό χαμένη βγαίνει πάντα στο τέλος η δεύτερη. Ο πειθαρχικός νεοφιλελευθερισμός οδηγεί σε «μεταρρυθμίσεις» των δομών και των θεσμών που σταδιακά αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της λαϊκής βούλησης ή απλά αδιαφορούν γι’ αυτήν.

Τόσο η οικονομική κρίση του 2008, όσο και η πανδημία αλλά και η σημερινή ουκρανική κρίση αποδεικνύουν ότι το κεφάλαιο μπορεί να κάνει τις κρίσεις «ευκαιρία» και να διευρύνει το εισοδηματικό και περιουσιακό χάσμα ανάμεσα στο ίδιο και στις κυριαρχούμενες τάξεις. Τράπεζες, funds, Big Pharma, Big Tech, εταιρείες καυσίμων κ.λπ. πολλαπλασίασαν τα κέρδη τους, ενώ ταυτόχρονα μερίδες του κεφαλαίου εισέβαλαν στο Δημόσιο αρπάζοντας κρίσιμους τομείς μέσω ΣΔΙΤ.

Και σήμερα ο πρωθυπουργός, που το μοναδικό του έργο στην οικονομία είναι η εξόφληση προεκλογικών γραμματίων στους διάφορους ολιγάρχες και η ιδιωτικοποίηση των πάντων, έρχεται να μας πει με θράσος ότι θα βάλει κανόνες στην αγορά! Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει ο ίδιος και η τάξη του είναι η «αποπολιτικοποίηση της οικονομίας» (Β. Στρεκ) και η εμπέδωση στην κοινωνική πλειοψηφία του κανόνα ότι «τα αποτελέσματα της διανομής των ελεύθερων αγορών είναι δίκαια ή τουλάχιστον τα μόνα εφικτά».

Το μότο «too little, too late» (πολύ λίγα, πολύ αργά) ταιριάζει γάντι στην κυβέρνηση, η οποία επί μήνες κοιτάει άπραγη την κερδοσκοπία να φουντώνει, ενισχύοντας έτσι συγκεκριμένους κλάδους (ενέργεια, τρόφιμα, ποτά, σούπερ μάρκετ κ.λπ.). Και σήμερα ανακοινώνει μέτρα ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του εισοδήματος των πλέον ευάλωτων κατηγοριών των πολιτών. Α! Και ο απίθανος Στουρνάρας μάς λέει ότι έχουμε να τρώμε από τα έτοιμα! Αιδώς!

Τα δύο είδη της δημοσιογραφίας | Η Εφημερίδα των Συντακτών