Βρετανία: Έως τέλη Οκτωβρίου οι αποζημιώσεις εργαζομένων σε αναγκαστική άδεια – Γαλλία: Επιστροφή στα θρανία για τους μαθητές δημοτικού μετά από δύο μήνες – Αντίσωμα που εξουδετερώνει τον κορωνοϊό ανακάλυψε ερευνητικό ινστιτούτο στο Ισραήλ – Economist: Η εύθραυστη τροφική «αλυσίδα» δοκιμάζεται εν μέσω πανδημίας

Κατά 10 δισεκατομμύρια λίρες ενισχύεται το πρόγραμμα στήριξης των εργαζομένων που ξεκίνησε τον Μάρτιο στη Βρετανίαλόγω του νέου κορωνοϊού καθώς παρατείνεται μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου το πρόγραμμα αποζημίωσης των εργαζομένων που έχουν λάβει προσωρινή αναγκαστική άδεια, όπως ανακοίνωσε στη Βουλή των κοινοτήτων ο υπουργός Οικονομικών, Ρίσι Σουνάκ.

Το πρόγραμμα στήριξης των εργαζομένων που ξεκίνησε το Μάρτιο και είχε διάρκεια μέχρι και το τέλος του Ιουνίου, θα συνεχιστεί για άλλους τέσσερις μήνες, χωρίς αλλαγές για τους εργαζόμενους, οι οποίοι θα συνεχίσουν να λαμβάνουν το 80% των μηνιαίων αποδοχών του μέχρι και το όριο των 2.500 λιρών. Ωστόσο, για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, οι επιχειρήσεις που επωφελούνται του προγράμματος θα κληθούν να μοιραστούν μέρος του κόστους των αποδοχών των εργαζομένων, και ενόσω θα έχουν τη δυνατότητα να ανοίγουν σταδιακά τις επιχειρήσειςτους με τους εργαζόμενους να δουλεύουν σε μερική απασχόληση.

Ο υπουργός Οικονομικών διευκρίνισε ότι αυτό δεν θα επηρεάσει το ποσό της αποζημίωσης που θα συνεχίσουν να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι. Ανέφερε, επίσης, ότι το πρόγραμμα θα ισχύσει σε όλους τους τομείς των επιχειρήσεων σε όλη τη χώρα, όπου μέχρι σήμερα επωφελήθηκαν ένα εκατομμύριο επιχειρήσεις και 7,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Επιμελητήρια, συνδικάτα εργαζομένων και ενώσεις διευθυντών καλωσόρισαν τις ανακοινώσεις του υπουργείου Οικονομικών. Ο γενικός διευθυντής του Εμπορικού Επιμελητηρίου Βρετανίας, Άνταμ Μάρσαλ, σε μήνυμά του δήλωσε ότι ο υπουργός Οικονομικών άκουσε τα αιτήματα των επιχειρήσεων της χώρας για ομαλή επιστροφή στην εργασία.

Το Ινστιτούτο Διευθυντών, από την πλευρά των εργοδοτών, ανακοίνωσε ότι η παράταση του οικονομικού προγράμματος θα φέρει ανακούφιση σε εργοδότες και εργαζόμενους στη χώρα και ότι η ευελιξία που προσφέρει στις επιχειρήσεις θα τις επιτρέψει να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους παράλληλα με την ζήτηση, αποφεύγοντας τα προβλήματα ρευστότητας.

Η γενική γραμματέας του συνδικάτου TUC τόνισε ότι η παράταση του προγράμματος υποστήριξε ότι «η αλλαγή που επιτρέπει την μερική εργασία είναι σημαντική για την σταδιακή και ασφαλή επιστροφή στην εργασία, ενώ η διατήρηση της αποζημίωσης του 80% των αποδοχών είναι όφελος προς τις εργαζόμενες οικογένειες».

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών, η παράταση του προγράμματος, υπό την τρέχουσα μορφή του, για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, θα αυξήσει το κόστος του κατά περίπου 10 δισεκατομμύρια λίρες και θα ανεβάσει το συνολικό ποσό δαπάνης που θα διατεθεί σε περίπου 60 δισεκατομμύρια.

 

Σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου ο ένας από τον άλλο και σε ολιγομελή τμήματα οι μαθητές δημοτικού στη Γαλλία επέστρεψαν σήμερα στα θρανία -φορώντας μάσκες– μετά από δύο μήνες καραντίνας λόγω του νέου κορωνοϊού.

Τα μαθήματα, εντούτοις, δεν περιλάμβαναν μαθηματικά ή γραμματική, αλλά κανόνες υγιεινής μεσούσης της έκτακτης υγειονομικής ανάγκης: να πλένετε καλά τα χέρια, να μην αγγίζετε το πρόσωπό σας και να κρατάτε αποστάσεις ο ένας από τον άλλο.

Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα, καθώς περίπου 1,5 εκατομμύριο μαθητές του δημοτικού, περίπου ένας στους τέσσερις, επέστρεψαν στις τάξεις, ενώ η Γαλλία χαλαρώνει σταδιακά τα μέτρα καραντίνας. Από τη 18η Μαΐου η κυβέρνηση σκοπεύει να προχωρήσει σε σταδιακό άνοιγμα γυμνασίων και λυκείων σε περιοχές που έχουν πληγεί λιγότερο από την επιδημία.

Όμως, με λιγότερο από δύο μήνες πριν από το τέλος της σχολικής χρονιάς, ορισμένοι γονείς, δάσκαλοι και οι συνδικαλιστικές ενώσεις τους εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με την απόφαση επαναλειτουργίας των σχολείων, ενώ ο ιός συνεχίζει να κυκλοφορεί στη χώρα, ειδικά στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού.

«Το σχολείο που τα παιδιά θα ανακαλύψουν θα έχει ελάχιστη σχέση με το σχολείο που άφησαν πίσω τους» λέει ο Νταβίντ, δάσκαλος σε σχολείο της γαλλικής πρωτεύουσας.

«Είναι περισσότερο κάτι σαν παιδικός σταθμός, προκειμένου να μπορέσουν οι γονείς να επιστρέψουν στη δουλειά τους».

Την ίδια ώρα, συνδικαλιστικές ενώσεις και κόμματα της αντιπολίτευσης επισημαίνουν τον κίνδυνο νέας αύξησης των κρουσμάτων, ιδίως σε μέρη όπου οι κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, όπως τα σχολεία.

«Γιατί ξεκινήσαμε με τα μικρότερα παιδιά στη χαλάρωση της καραντίνας, όταν γνωρίζουμε ότι θα είναι το δυσκολότερο να τους κάνουμε να εφαρμόζουν τα προστατευτικά μέτρα;» διερωτήθηκε η Φρανσέτ Ποπινό, επικεφαλής της συνδικαλιστικής ένωσης εκπαιδευτικών στα δημοτικά σχολεία, μιλώντας στο ραδιοφωνικό δίκτυο FranceInfo.

Πρόσφατα, περισσότεροι από 300 δήμαρχοι από την περιοχή του Παρισιού, περιλαμβανομένης της δημάρχου της γαλλικής πρωτεύουσας Αν Ινταλγκό, προειδοποίησαν έναντι της βιασύνης των αρχών να επιστρέψουν τα παιδιά στα σχολεία, σημειώνοντας μεταξύ άλλων τον οικονομικό αντίκτυπο σε μικρότερες πόλεις και την απειλή προσφυγών εάν κάποιος μαθητής αρρωστήσει.

Ένας εξ αυτών, ο Πασκάλ Τεβενό, δήμαρχος του Βελιζί-Βιλακουμπλαί, είπε στο Reuters ότι θα είναι δύσκολο να επιβληθούν ορισμένα από τα υγειονομικά μέτρα που περιγράφονται στην κυβερνητική οδηγία των 54 σελίδων.

«Δεν είμαι βέβαιος ότι οι άνθρωποι που το έγραψαν αυτό έχουν παιδιά», επισήμανε. «Βλέπω σε αυτό κυρίως μια οικονομική απόφαση παρά μια εκπαιδευτική απόφαση».

Πολλοί γονείς συνεχίζουν να κρατάνε τα παιδιά στο σπίτι. Άλλοι, ωστόσο, πρέπει να επιστρέψουν στη δουλειά τους ή σκέφτονται αν τα οφέλη για την ψυχική υγεία του παιδιού τους από την επιστροφή στο σχολείο υπερέχουν του κινδύνου μόλυνσης.

«Δεν νιώθω πολύ άγχος. Της εξήγησα τα μέτρα προστασίας και έπρεπε, έτσι κι αλλιώς, να επιστρέψω στη δουλειά μου» λέει η Σαντρίν Ντελαρού, καθώς αφήνει τη 10χρονη κόρη της Κλάρα έξω από το σχολείο Vélizy’s Mozart.

Εξάλλου, για την Κλάρα δεν τίθεται θέμα να επιστρέψει στην τάξη.

«Δεν θα είναι το ίδιο σχολείο, όμως τουλάχιστον θα κάνει τον ιό να φύγει» σημειώνει η μαθήτρια. «Είμαι χαρούμενη που επιστρέφω, που θα δω τη δασκάλα μου, τους φίλους μου και θα μάθω στην τάξη».

 

Μια πρωτοποριακή επιστημονική έρευνα, εντοπίζοντας ένα αντίσωμα που εξουδετερώνει τον κορωνοϊό, ολοκλήρωσε το Ινστιτούτο Βιολογικής Έρευνας του Ισραήλ (IIBR, ανακοίνωσε το υπουργείο Άμυνας της χώρας.

«Είμαι περήφανος για το προσωπικό του Ινστιτούτου, το οποίο έχει κάνει μια σημαντική ανακάλυψη», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας Ναφταλί Μπενέτ χθες, Δευτέρα, έπειτα από επίσκεψή του στο εργαστήριο που έχει την έδρα του στο Ness Ziona, γράφει η εφημερίδα Jerusalem Post.

Το IIBR εργάζεται τώρα για να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία και να εξασφαλίσει την εμπορική της ανάπτυξη, προστίθεται, ενώ αναφέρεται ότι όλες οι νομικές διαδικασίες θα συντονίζονται με το υπουργείο Άμυνας.

«Αυτό το επιστημονικό επίτευγμα έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει πρόοδο για τη θεραπεία ασθενών με κορωνοϊό και δεν είναι εμβόλιο για ευρεία χρήση», προστίθεται στη δήλωση.

Τον περασμένο μήνα, το IIBR ανακοίνωσε ότι είχε αρχίσει να δοκιμάζει ένα δοκιμαστικό εμβόλιο για τον COVID-19 σε τρωκτικά.

Εν τω μεταξύ, το IIBR και η πόλη Yeroham, ανακοίνωσαν χθες, Δευτέρα, ότι σχεδιάζουν να ανοίξουν την πρώτη εγκατάσταση παραγωγής εμβολίων του Ισραήλ, σε συνεργασία με κάποια από τις διεθνείς φαρμακευτικές εταιρείες, σύμφωνα με εκπρόσωπο των τοπικών αρχών.

Σύμφωνα με στοιχεία του Worldometer, στο Ισραήλ έχουν καταγραφεί συνολικά 16.506 κρούσματα και 258 θάνατοι από τον κορωνοϊό. Την ίδια στιγμή έχουν αναρρώσει 11.843 άτομα, ενώ τα ενεργά κρούσματα είναι 4.405. Τα εργαστηριακά τεστ στη χώρα ανέρχονται σε 53.902 ανά 1 εκατ. πληθυσμού. Κατά μέσο όρο, το Ισραήλ καταγράφει 30 θανάτους και 1.907 κρούσματα ανά 1 εκατ. πληθυσμού.

 

Economist: Η εύθραυστη τροφική «αλυσίδα» δοκιμάζεται εν μέσω πανδημίας

Οι πολίτες στον ανεπτυγμένο κόσμο πέρασαν σχεδόν δύο μήνες καραντίνας. Σε αυτό το διάστημα, αναπτύχθηκαν σημαντικοί φόβοι για έλλειψη βασικών αγαθών όπως ψωμί, βούτυρο και όσπρια με συνέπεια αρκετά νοικοκυριά να προμηθευτούν μεγάλες ποσότητες για να διασφαλίσουν την επάρκειά τους.

Σύμφωνα με τον Economist, το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών σίτισης – μια παγκόσμια τροφική “αλυσίδα” 8 τρισ. δολαρίων – προσαρμόζεται αξιοπρόσεκτα στη νέα πραγματικότητα. Χιλιάδες επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να αλλάξουν άρδην τη στρατηγική τους για να αντεπεξέλθουν στις πρωτόγνωρες συνθήκες.

Οι κίνδυνοι για την επάρκεια τροφίμων είναι πολλοί. Από τις μειωμένες σοδιές έως την έλλειψη εργατικών χεριών, οι αστάθμητοι παράγοντες που καθορίζουν την παγκόσμια τροφική “αλυσίδα” δοκιμάστηκαν στα όριά τους την περίοδο της καραντίνας.

Η διαδικασία παραγωγής που ξεκινά από το χωράφι και καταλήγει στο πιρούνι του καταναλωτή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Economist, αντιστοιχεί στο 10% του παγκόσμιου Α.Ε.Π. και παρέχει εργασία σε περίπου 1,5 δισ. ανθρώπους.

Η παγκόσμια ζήτηση για φαγητό έχει, δε, τριπλασιαστεί από το 1970 καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός φτάνει τα 7,7 δισ. σήμερα. Την ίδια ώρα, ο αριθμός των ανθρώπων που διαθέτουν την ελάχιστη τροφή για να επιβιώσουν μειώθηκε από 36% στο 11%.

Οι εξαγωγές τροφίμων έχουν εξαπλασιαστεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ενώ περίπου τέσσερις στους πέντε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο τρέφονται με προϊόντα που έχουν κατά κύριο λόγο παραχθεί σε άλλες χώρες από εκείνη που κατοικούν.

Οι κυβερνήσεις δείχνουν, σύμφωνα με τον Economist, να μην ελέγχουν το φαινόμενο. Σε γενικές γραμμές, ο ρόλος του κράτους περιορίζεται, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις οι κυβερνήσεις επιχειρούν να ρυθμίσουν τιμές και να ελέγξουν τη διανομή.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δασμοί στα αγροτικά προϊόντα είναι τετραπλάσιοι σε σχέση με τους αντίστοιχους δασμούς σε μη αγροτικά προϊόντα. Ωστόσο, μια χούφτα χωρών, όπως οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Ρωσία και το Βιετνάμ, κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά ρυζιού και σιταριού.

Σε αυτό το σκηνικό, οι ραγδαίες μεταβολές που βιώνουμε λόγω της κλιματικής αλλαγής επιδεινώνουν την κατάσταση. Εξάλλου, υπάρχει το σχετικό πρόσφατο παράδειγμα του 2007-2008, όταν οι μειωμένες σοδιές και το υψηλό κόστος ενέργειας ανέβασαν απότομα τις τιμές στα βασικά τρόφιμα. Τότε, αρκετές κυβερνήσεις αντέδρασαν με πανικό φοβούμενες ελλείψεις και περιόρισαν ή και απαγόρευσαν τις εξαγωγές προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή.

Στην παρούσα κρίση, οι κυβερνήσεις αντέδρασαν καλύτερα, εκτιμά ο Economist. Απέφυγαν τις τακτικές προστατευτισμού και εκμεταλλεύτηκαν τα υψηλά αποθέματα προϊόντων που προέκυψαν από διαδοχικές καλές σοδιές.

Βέβαια, δεν ισχύει το ίδιο για την εστίαση. Εταιρείες – κολοσσοί όπως τα ΜcDonald’s είδαν τις πωλήσεις τους να υποχωρούν κατά 70% στην Ευρώπη. Αντίθετα, το διαδικτυακό “μανάβικο” της Amazon αύξησε τον κύκλο εργασιών του κατά 60%.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Economist, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα χρειαστούν σχετικά άμεσα πάνω από 1 εκατ. εργάτες από το Μεξικό και την Αφρική και την Ανατολική Ευρώπη αντίστοιχα για να δουλέψουν στα χωράφια.

Και, ταυτόχρονα, ενώ τα εισοδήματα θα μειώνονται και οι ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες θα συρρικνώνονται όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα βρίσκεται αντιμέτωπος με ελλείψεις βασικών τροφίμων.

Όπως εξηγεί ο Economist, αυτή η εξέλιξη θα αντικατοπτρίζει έλλειψη χρημάτων και όχι αγαθών. Όμως, καθώς οι πολίτες θα βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια, οι κυβερνήσεις υποχρεωτικά θα εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο να λάβουν έκτακτα μέτρα.

Με γνώμονα το τι συνέβη το 2007-2008, αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί, εκτιμά ο Economist.

Οι κυβερνήσεις οφείλουν να δείξουν ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Και να επιτρέψουν στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και τροφοδοσίας αγαθών σίτισης να λειτουργήσει. Τα σύνορα πρέπει να μείνουν ανοιχτά. Τα αγαθά να μετακινούνται δίχως μεγάλους περιορισμούς και το εργατικό δυναμικό να μπορεί να μεταναστεύσει για να βρει δουλειά.

Ένας κίνδυνος που εγκυμονεί σε περιόδους κρίσεων είναι ο συγκεντρωτισμός στο χώρο των τροφίμων καθώς αρκετές μικρές ή και μεσαίες εταιρείες δεν θα αντέξουν. Εκεί, οι κυβερνήσεις, οφείλουν, κατά τον Economist, να προστατέψουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με διαφάνεια και ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο.

Και όλα αυτά ενώ οι μελλοντικές προκλήσεις στο χώρο της παγκόσμιας βιομηχανίας τροφίμων είναι εξαιρετικά κρίσιμες. Εντός των επόμενων τριάντα ετών, η προσφορά πρέπει να αυξηθεί κατά 50% για να ικανοποιήσει τις ανάγκες ενός διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού που βλέπει το εισόδημά του να μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο.

Η ανάγκη για μια τεχνολογική επανάσταση στο χώρο των τροφίμων μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ. Με σύγχρονα θερμοκήπια που θα διαθέτουν σημαντικά μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Με τη χρήση ρομπότ στη συλλογή τροφίμων. Και φυσικά, με γιγάντια ιδιωτικά κεφάλαια που πρέπει να επενδυθούν για να γίνουν όλα αυτά πράξη.