Βλέπω σημαίνει κατανοώ;… Αννέτα Καββαδία

Ανεξόφλητα παλιά αλλά και καινούρια «γραμμάτια» προς τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται οργανικά μαζί της, ζητούν εξόφληση. Και επιλέγει να τα εξοφλήσει μέσα από την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, τη στρατηγική της έντασης και τη στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων.

Το ότι στα συστημικά ΜΜΕ (πρωτίστως στα τηλεοπτικά κανάλια) δεν έπαιξε καν ως είδηση ο θάνατος, από περιτονίτιδα, μετανάστη στην Κω –σφάδαζε τρεις μέρες από τους πόνους αλλά δεν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο– ούτε όμως και η αυτοκτονία 24χρονου πρόσφυγα τούρκου κουρδικής καταγωγής στο προαναχωρησιακό κέντρο Κορίνθου –ο οποίος πληροφορήθηκε την παράταση της κράτησής του την ημέρα που περίμενε ότι θα αφηνόταν ελεύθερος μετά από 16 μήνες εγκλεισμού– δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη. Η «ευαισθησία» άλλωστε της συντριπτικής πλειονότητας των ΜΜΕ σε ό,τι αφορά πρόσφυγες και μετανάστες, είναι γνωστό πως εξαντλείται στις περιπτώσεις επεισοδίων και αναταραχής στις τοπικές κοινωνίες. Παλαιόθεν…

Όπως δεν αποτελεί έκπληξη το ότι δεν παίζουν ποτέ θέματα ικανά να πλήξουν την εικόνα της κυβέρνησης και να «θολώσουν» το κυβερνητικό αφήγημα, είτε αυτό αφορά τη διαχείριση της πανδημίας είτε την εν γένει ασκούμενη πολιτική. Ακόμα και όταν η επικαιρότητα δεν μπορεί να ξεπεραστεί, και κατά συνέπεια να κρυφτεί, τα γεγονότα φωτίζονται με τέτοιο τρόπο που να λειτουργούν είτε παραμορφωτικά (πώς να ξεχαστεί αλήθεια το ότι τις πρώτες ώρες των επεισοδίων στη Νέα Σμύρνη παρουσιάζονταν ως «ρεπορτάζ» τα δελτία Τύπου της ΓΑΔΑ;) είτε ενταγμένα σε ένα τέτοιο πλαίσιο που να τα απαξιώνει, να τα λοιδορεί ή να τα ενοχοποιεί (κραυγαλέο παράδειγμα το πώς αντιμετωπίζονται οι πορείες). Εν καιρώ πανδημίας υπήρξαν, ωστόσο, και καινοφανείς πρακτικές: σε μια πλήρη αντιστροφή των ρόλων, και στο όνομα του «ρεπορτάζ», δημοσιογράφοι –σε ρόλο υγειονομικής αστυνομίας– να ελέγχουν πολίτες (αν φέρουν π.χ. τις απαραίτητες βεβαιώσεις μετακίνησης) ή, εν είδει τιμωρών, να κατακεραυνώνουν –έχοντας πλήρως αφομοιώσει καθεστωτικό λεξιλόγιο και συμπεριφορά– όσους οι ίδιοι κρίνουν ότι παραβιάζουν τα εύλογα ή παράλογα μέτρα της κυβέρνησης (ο τρόπος που παρουσιάζονταν, για παράδειγμα, οι νέοι στις πλατείες και η συστηματική προσπάθεια συκοφάντησής τους, ήταν ενδεικτικός της στόχευσης).

Μόνο τυχαία λοιπόν δεν είναι η ανυποληψία στην οποία έχουν πέσει και η οποία αποτυπώνεται ευκρινέστατα σε όλες τις σχετικές μετρήσεις. Ενδεικτικά είναι τα ευρήματα έρευνας του Digital News Report του Reuters τα οποία, μεταξύ άλλων, καταδεικνύουν πως η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα ΜΜΕ. Και πως οι Ελληνες δύσκολα μπορούν να πιστέψουν ότι τα media μένουν μακριά από επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα. Σε πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis, το 65% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι τα ΜΜΕ μεροληπτούν υπέρ της κυβέρνησης, με ένα ποσοστό 48% των ψηφοφόρων της ΝΔ να παραδέχονται αυτή τη μεροληπτική στάση των Μέσων.

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς πως με βάση τη μεταστροφή του πολίτη-καταναλωτή σε ό,τι αφορά τις ενημερωτικές του συνήθειες –είναι ενδεικτική η προτίμηση των νέων, κυρίως, ανθρώπων προς τα social media– θα χαλάρωνε, έστω και λίγο, ο ασφυκτικός εναγκαλισμός μεταξύ κυβέρνησης και καναλαρχών αφού το παραγόμενο προϊόν (τηλεοπτική ενημέρωση) δείχνει να χάνει (;) ως προς τη δυνατότητα καταλυτικής παρέμβασης στα πολιτικά δρώμενα. Και όμως… Με μια κίνηση που η αφετηρία της σαφώς και πρέπει να αναζητηθεί στην προσπάθεια αντιπερισπασμού και αλλαγής ατζέντας, η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει –μέσω της σύστασης προανακριτικής επιτροπής για τον Νίκο Παππά– να χτυπήσει τον πολιτικό της αντίπαλο, τον ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω, σε ένα ασφαλές για την ίδια πεδίο, αυτό των ΜΜΕ, το οποίο είναι πασίδηλο ότι της εξασφαλίζει την ιδιότυπη ασυλία που τόσο έχει ανάγκη σε αυτή την κρίσιμη καμπή της διαδρομής της.

Ανεξόφλητα παλιά αλλά και καινούρια «γραμμάτια» προς τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται οργανικά μαζί της, ζητούν εξόφληση. Και επιλέγει να τα εξοφλήσει μέσα από την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, τη στρατηγική της έντασης και τη στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων.

Το ότι για πρώτη φορά, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρήθηκε να μπει τάξη σε ένα άναρχο και έξω από κάθε θεσμικό έλεγχο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, υποχρεώνοντας τους επιχειρηματίες του χώρου να βάλουν το χέρι στην τσέπη, είναι κάτι το οποίο δεν συγχωρείται. Παρά τα λάθη και τις αδυναμίες, παρά τη χαμένη ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο ενημέρωσης στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, παρά τους ερασιτεχνισμούς και τις αστοχίες, το αποτύπωμα της προσπάθειας παραμένει. Και αυτό είναι κάτι που επίσης δεν συγχωρείται.

Η κυβέρνηση της ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζουν καλά πως με εμφανέστατη την αποτυχία διαχείρισης της πανδημίας, με δεδομένη την αποκαρδιωτική εικόνα των οικονομικών μεγεθών, με ορατές –και διογκούμενες– τις κοινωνικές αντιδράσεις, θα χρειαστούν, περισσότερο παρά ποτέ, τη συνδρομή και την κάλυψη των ισχυρών τους φίλων. Η απόπειρα λοιπόν μετατροπής των θυμάτων σε θύτες, ο εξωραϊσμός και η απόκρυψη διαχρονικών ευθυνών, η αναπαραγωγή και η συντήρηση του «αμαρτωλού» τριγώνου Κόμμα-ΜΜΕ-Τράπεζες, δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο από τη διαιώνιση ενός παρασιτικού μοντέλου υποταγής της πολιτικής στα επιχειρηματικά συμφέροντα με αντάλλαγμα την απρόσκοπτη επικράτηση των «πρόθυμων».

Και οι δημοσιογράφοι;, θα αναρωτηθεί κανείς. Επικαλούμαι τη φράση του γάλλου θεωρητικού Ρολάν Μπαρτ: «Κοιτάζοντας, ξεχάσαμε πως ίσως μας κοιτούν κι εμάς»…

ΑΝΝΕΤΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - CNN.gr