“Βέτο” Καστανίδη: «Όχι» σε μετεκλογική συνεργασία με ΝΔ — Νομιμιμοποίηση της «ομερτά»: Στη Βουλή το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις

Χάρης Καστανίδης: Τα «χώνει» στους Ευρωπαίους για τον πόλεμο στην Ουκρανία

 Είμαστε στα όρια πλήρους θεσμικής και πολιτικής εκτροπής

“Βέτο” στα σενάρια κύκλων για μετεκλογική σύμπλευση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, βάζει ο βουλευτής Χάρης Καστανίδης που ήταν και υποψήφιος στις εσωκομματικές εκλογές γαι την ηγεσία.

Μιλώντας στο Ράδιο 98,4 της Κρήτης ο βουλευτής του ΚΙΝΑΛ και μέλος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, έκανε λόγο για πλήρη ευτελισμό των θεσμών και των διαδικασιών της Επιτροπής από την κοινοβουλευτική κυβερνητική πλειοψηφία, που όπως είπε προτίμησαν τον αυτοεξευτελισμό τους, με επίκληση του απορρήτου για θέματα που αφορούν την ΕΥΠ σε μια εξέταση για την δράση ιδιωτών και παράνομων λογισμικών. Κατά αυτό το τρόπο συνέδεσαν όπως είπε ευθέως την ΕΥΠ, με την δράση παράνομων λογισμικών ιδιωτών όπως το pretador, προκειμένου πίσω από το απόρρητο να κρυφτούν οι ευθύνες κυβέρνησης και πρωθυπουργού

Ερωτηθείς, πώς θα οδηγηθούμε σε κάλπες σε αυτό το πλαίσιο των παρακολουθήσεων, σχολίασε πως τα πράγματα θεσμικά και πολιτικά είναι πολύ χειρότερα από όσο φαντάζονται οι πολίτες. Όπως είπε, είμαστε στα όρια πλήρους θεσμικής και πολιτικής εκτροπής, η Δημοκρατία είναι σε απίσχνανση.

Μάλιστα, ήταν κατηγορηματικός για ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Όπως είπε, δεν υπάρχει κανένα τέτοιο περιθώριο, άλλωστε, τόνισε ότι η προηγούμενη συνεργασία «μας οδήγησε στα πρόθυρα της εκλογικής εξαφάνισης με το 4,5% μετά την συγκυβέρνηση».

Επισήμανε, μάλιστα, πως οι υποκλοπές – παρακολουθήσεις ένα βαθύτατα δημοκρατικό ζήτημα που άπτεται και του πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη, απλά σφραγίζει το ποτέ ξανά μετεκλογική συνεργασία με την ΝΔ.

 

Νομιμιμοποίηση της «ομερτά»: Στη Βουλή το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις

Με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε την Τρίτη στη Βουλή η κυβέρνηση επισημοποιεί την «ομερτά» καθώς δεν άλλαξε τη διάταξη για την ενημέρωση όσων παρακολουθούνται μετά από τρία χρόνια

Στη Βουλή κατατέθηκε την Τρίτη 29/11 το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις το οποίο επιβεβαιώνει την πρόθεση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να ρίξει ταφόπλακα στην προσπάθεια να πέσει φως στην υπόθεση των υποκλοπών.

Συγκεκριμένα, το υπουργείο Δικαιοσύνης έδωσε την Τρίτη στη δημοσιότητα τα μέρη του νομοσχεδίου για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών που διαφοροποιήθηκαν μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης. Όπως προκύπτει, δεν «ακούμπησαν» την σκανδαλώδη διάταξη που προβλέπει ότι ο παρακολουθούμενος μπορεί να μάθει για την παρακολούθησή του μετά από τρία χρόνια καθώς παραμένει η σχετική πρόβλεψη.

Υπενθυμίζεται ότι η σχετική διάταξη αναφέρει ότι η ενημέρωση του πολίτη πραγματοποιείται «μετά την πάροδο τριών ετών από την παύση της ισχύος της εισαγγελικής διάταξης που αφορά άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος».

Στις σκανδαλώσεις διατάξεις περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η προσπάθεια της κυβέρνησης να «νομιμοποιήσει» τις παρακολουθήσεις πολιτικών, για τις οποίες θα δίνει άδεια ο πρόεδρος της Βουλής και υπό προϋποθέσεις ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Οι αλλαγές που έγιναν και δεν αλλάζουν την ουσία του νομοσχεδίου:

– Ο ορισμός των «λόγων εθνικής ασφάλειας» που μπορούν να δικαιολογήσουν άρση του απορρήτου περιορίζεται ουσιωδώς. Ως «λόγοι εθνικής ασφάλειας» ορίζονται πλέον οι λόγοι που συνάπτονται με την προστασία των βασικών λειτουργιών του κράτους και των θεμελιωδών συμφερόντων των Ελλήνων πολιτών, ενώ η σχετική ενδεικτική απαρίθμηση περιλαμβάνει αποκλειστικά λόγους σχετικούς με την εθνική άμυνα, την εξωτερική πολιτική, την ενεργειακή ασφάλεια και την κυβερνοασφάλεια.

– Τίθενται αυξημένες απαιτήσεις τεκμηρίωσης του αιτήματος για άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το αίτημα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους που στοιχειοθετούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, την αναγκαιότητα της άρσης του απορρήτου για την αντιμετώπιση του κινδύνου, το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής και την απολύτως αναγκαία χρονική διάρκεια. Τυχόν παράταση της άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας πέραν των δέκα μηνών είναι δυνατή μόνο εφόσον επιβεβαιώνεται ότι εξακολουθούν να υφίστανται συγκεκριμένα στοιχεία που καθιστούν άμεση και εξαιρετικά πιθανή τη διακινδύνευση της εθνικής ασφάλειας.

– Παρέχονται αυξημένα εχέγγυα ανεξαρτησίας του τριμελούς οργάνου που αποφασίζει τη γνωστοποίηση της άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Σε αυτό συμμετέχουν πλέον δύο εισαγγελικοί λειτουργοί και ο Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Δεν προβλέπεται, αντιθέτως, πλέον, η συμμετοχή του Διοικητή της Ε.Υ.Π. και του Διευθυντή της Αντιτρομοκρατικής.

-Προβλέπεται επίσης η τήρηση απόρρητων συνοπτικών πρακτικών ενώ καταγράφεται και η γνώμη της μειοψηφίας.

– Η διαδικασία καταστροφής του υλικού παρακολούθησης τυποποιείται περαιτέρω. Αποσαφηνίζεται ότι οι φάκελοι με το υλικό τεκμηρίωσης μπορούν να καταστρέφονται μετά από την πάροδο δέκα ετών ενώ το υλικό που αποτυπώθηκε στο σύστημα επισυνδέσεων διαγράφεται μετά από την πάροδο έξι μηνών. Σε κάθε περίπτωση καταστροφής ή διαγραφής συντάσσεται σχετική έκθεση.

– Εξορθολογίζεται περαιτέρω ο κατάλογος των εγκλημάτων που δικαιολογούν άρση του απορρήτου. Η άρση του απορρήτου επιτρέπεται πλέον μόνο σε εγκλήματα ιδιαίτερης απαξίας, για τη διακρίβωση των οποίων ο περιορισμός του δικαιώματος στο απόρρητο της επικοινωνίας είναι αναγκαίος. Ο σχετικός κατάλογος συστηματοποιείται επίσης στο ίδιο νομοθέτημα, προς ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου.

– Συστήνεται Ενοποιημένο Κέντρο Αναφοράς Κυβερνοασφάλειας στη Γενική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας της Γενικής Γραμματείας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Το Κέντρο έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, υποστήριξη και ενδυνάμωση των ικανοτήτων σε εθνικό επίπεδο για την έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση κυβερνοαπειλών σε όλη την επικράτεια, ιδίως μέσω της ενίσχυσης των δυνατοτήτων έγκαιρης προειδοποίησης, ανίχνευσης και αντιμετώπισης κυβερνοεπιθέσεων.