Απειλείται ρωσοτουρκική σύρραξη στη Συρία; – Τσαβούσογλου σε Λαβρόφ: Σταματήστε άμεσα τις επιθέσεις στην Ιντλίμπ – Φρίκη στο Καμερούν: Ένοπλοι δολοφόνησαν 22 χωρικούς

Ωστόσο, εγείρονται αμφιβολίες κατά πόσο ο Ερντογάνεπιδιώκει μια απ’ ευθείας σύγκρουση με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση πολεμική σύρραξη και με τον ρωσικό στρατό, που μάχεται στο πλευρό του Άσαντ.

«Ούτε η Ρωσία, αλλά ούτε και η Τουρκία φαίνονται διατεθειμένες να κάνουν πίσω σε πολιτικό επίπεδο ή σε σχέση με τις περιοχές που έχουν υπό τον έλεγχό τους» υποστηρίζει ο Τομπίας Σνάιντερ, επιστημονικός συνεργάτης του Global Public Policy Institute στο Βερολίνο. «Όλο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ελεγχόμενη σύγκρουση, όπως το 2015, όταν οι Τούρκοι χτύπησαν ρωσικό τζετ. Και τότε θα δούμε ποιος θα κάνει πρώτα πίσω».

Βαρύνουσας σημασίας για τους πρωταγωνιστές είναι οι στόχοι τους. Η Τουρκία αξιώνει να θέσει υπό τον έλεγχό της, εκτός από τις περιοχές των Κούρδων βορειοανατολικά της Συρίας, και τμήματα του νότου θεωρώντας ότι ο πρόεδρος Άσαντ δεν θα καταφέρει ποτέ να επανακτήσει τον έλεγχο ολόκληρης της Συρίας στα σύνορα του 2011. Με αυτό τον τρόπο πιστεύει ότι θα αποδείκνυε ότι είναι μια δύναμη που δεν φοβάται να επιβάλει τις αξιώσεις της και με στρατιωτικά μέσα.

Το αβέβαιο μέλλον της Συρίας

Οι τουρκικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να πλήξουν σημαντικά τις προσπάθειες του Άσαντ και του Πούτιν να επαναφέρουν την ενότητα σε ολόκληρη τη συριακή επικράτεια. «Νομίζω ότι η ενίσχυση των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων αποτελεί προσπάθεια του Ερντογάν να ακυρώσει τις επιτυχίες σε στρατιωτικό επίπεδο των δυνάμεων του Άσαντ, έτσι ώστε με αυτόν τον τρόπο να αποκτήσει η Τουρκία ενισχυμένες θέσεις σε ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις» σημειώνει ο Σνάιντερ.

«Και επειδή η τουρκική αεροπορία δεν βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, η έκβαση αυτού του στόχου μένει για τη χώρα ζητούμενο. Πώς είναι δυνατόν εξάλλου να επιτύχει, χωρίς αξιόπιστο σενάριο απειλών απέναντι στους Ρώσους»;

Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση έχει λάβει τέτοια τροπή που το μέλλον της Συρίας και τον δέκατο χρόνο από την έναρξη του εμφυλίου παραμένει αβέβαιο.

 

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, δήλωσε την Κυριακή ότι ζήτησε από τον Ρώσο ομόλογό του, Σεργκέι Λαβρόφ, σε χθεσινή τους συνάντηση, να σταματήσουν άμεσα οι επιθέσεις στην βορειοδυτική περιοχή της Συρίας, Ιντλίμπ, και να επιτευχθεί μια εκεχειρία διαρκείας.

Μιλώντας στη Γερμανία μετά την Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια ο Τσαβούσογλου είπε ακόμη ότι συναντήθηκε με αμερικανούς βουλευτές στη διάσκεψη και πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να εργαστούν ώστε να βελτιωθούν, σε κάθε περίπτωση, οι σχέσεις με την Τουρκία και όχι μόνο λόγω των εντάσεων ανάμεσα στην Τουρκία και τη Ρωσία.

Η Τουρκία και η Ρωσία υποστηρίζουν αντίπαλες πλευρές στον πόλεμο της Συρίας, αλλά έχουν συνεργαστεί για μια πολιτική επίλυση της κρίσης. Ωστόσο, μια πρόσφατη επίθεση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων στην Ιντλίμπ οδήγησε σε κλιμάκωση της έντασης των σχέσεων Άγκυρας και Μόσχας.

Εν τω μεταξύ, τηλεφωνική επικοινωνία είχαν το Σάββατο, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Αμερικανός ομόλογός του Ντόναλντ Τραμπ.

Οι δύο ηγέτες συζήτησαν για τις συγκρούσεις στη Λιβύη και στη Συρία καθώς και για το αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο στη Μέση Ανατολή, δήλωσε ο τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου στη διάρκεια ενός πάνελ που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια λίγο μετά τη συνάντηση που είχε με τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ με θέμα την κλιμάκωση της βίας στην περιοχή της Συρίας, Ιντλίμπ.

Όπως έγινε γνωστό από την τουρκική προεδρία, οι δύο ηγέτες αντάλλαξαν απόψεις σχετικά με την άμεση παύση των εχθροπραξιών στην επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας και συμφώνησαν ότι οι επιθέσεις από τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις στην επαρχία της βορειοδυτικής Συρίας, όπου σκοτώθηκαν 13 Τούρκοι στρατιώτες, είναι απαράδεκτες.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, Ερντογάν και Τραμπ υπογράμμισαν τη σημασία της αποκατάστασης της ειρήνης και της σταθερότητας στη Λιβύη.

Επίσης, ο Τούρκος πρόεδρος και ο Αμερικανός ομόλογός του συμφώνησαν στην επανάληψη του διαλόγου, με στόχο τη βελτίωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ Άγκυρας-Ουάσιγκτον και την επίτευξη του στόχου των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο διμερές εμπόριο.

 

Ένοπλοι πυροβόλησαν και σκότωσαν την Παρασκευή 22 πολίτες, ανάμεσά τους 14 γυναίκες και παιδιά, σε χωριό επαρχίας όπου ζουν μέλη της αγγλόφωνης μειονότητας στο βορειοδυτικό τμήμα του Καμερούν, ενημέρωσε την Κυριακή (16/2) ο ΟΗΕ το Γαλλικό Πρακτορείο.

Η αντιπολίτευση και μη κυβερνητικές οργανώσεις κατηγόρησαν την κυβέρνηση και τον στρατό, ο οποίος μάχεται τα τελευταία τρία χρόνια εναντίον αυτονομιστικών οργανώσεων της αγγλόφωνης μειονότητας, πως ευθύνονται για το μακελειό. Εκπρόσωπος των ένοπλων δυνάμεων του Καμερούν το διέψευσε κατηγορηματικά ερωτηθείς από το AFP.

«Τα αποδεικτικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι στην πλειονότητά τους τα θύματα ήταν γυναικόπαιδα», τόνισε μιλώντας τηλεφωνικά στο πρακτορείο ο Τζέιμς Νάναν, επικεφαλής του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) των Ηνωμένων Εθνών για τις περιοχές του βορειοδυτικού και του νοτιοδυτικού Καμερούν. Σκοτώθηκαν «τουλάχιστον 22» άνθρωποι, «ανάμεσά τους 14 παιδιά, συμπεριλαμβανομένων 11 κοριτσιών, εννέα μικρότερων από 5 ετών, μια έγκυος μητέρα και δύο γυναίκες που είχαν μαζί τους τα παιδιά τους», συμπλήρωσε ο Νάναν.

Η τραγωδία εκτυλίχθηκε την Παρασκευή περί τις 14:00 στο χωριό Ντούμπο, διευκρίνισε ο Νάναν, η ομάδα του οποίου συγκέντρωσε «πολλές μαρτυρίες» που επιτρέπουν να συναχθεί αυτός ο απολογισμός.

3.000 νεκροί σε τρία χρόνια

Το βορειοδυτικό και το νοτιοδυτικό Καμερούν έχουν μετατραπεί εδώ και τρία χρόνια σε θέατρο φονικών μαχών μεταξύ στρατιωτικών και ένοπλων αυτονομιστών. Στις μάχες, καθώς και στις ωμότητες και τα εγκλήματα που διαπράττονται κι από τις δύο πλευρές σύμφωνα με διεθνείς ΜΚΟ, έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από 3.000 άνθρωποι, ενώ πάνω από 700.000 άλλοι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Το Κίνημα για την Αναγέννηση του Καμερούν, ένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, «καταδίκασε τη σφαγή» γυναικών και παιδιών με δελτίο Τύπου που δημοσιοποίησε. Το «δικτατορικό καθεστώς» και ο «ανώτατος ηγέτης των δυνάμεων ασφαλείας και άμυνας είναι κύριοι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα αυτά», σύμφωνα με το κόμμα.

Το Κίνημα είναι το κόμμα του Μορίς Καμτό, που ηττήθηκε στις προεδρικές εκλογές του 2018 από τον Πολ Μπιγιά, τον αμετακίνητο αρχηγό του κράτους, 86 ετών, τα 37 από τα οποία βρίσκεται στην εξουσία στο Καμερούν.

Μέσω Facebook, ο δικηγόρος Φελίξ Αγκμπόρ Μπαλά, πρόεδρος του Κέντρου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τη Δημοκρατία στην Αφρική (CHRDA), καταδίκασε τη «φρικιαστική σφαγή» των «γυναικών και των παιδιών από τις ένοπλες δυνάμεις».

«Όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες κατηγορούν τον στρατό» για το μακελειό, ανέφερε μέσω Twitter η Εντίθ Κα Ουαλά, υποψήφια για την προεδρία το 2011.

«Ψευδές», απάντησε απλά ερωτηθείς από το Γαλλικό Πρακτορείο χθες Κυριακή εκπρόσωπος του στρατού. Δεν ήταν διαθέσιμοι άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι για να σχολιάσουν τις πληροφορίες αυτές.

Απαγωγές

Η νέα τραγωδία πλήττει την αγγλόφωνη μειονότητα σε αυτή την πρώην γαλλική αποικία όπου ο πληθυσμός είναι κατά πλειονότητα γαλλόφωνη περίπου μία εβδομάδα μετά τις βουλευτικές και δημοτικές εκλογές στις οποίες η συμμετοχή ήταν μικρή, σύμφωνα με την Αφρικανική Ένωση, ιδίως στις δύο αγγλόφωνες επαρχίες.

Σε αυτές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες απαγόρευσαν στους πολίτες να πάνε να ψηφίσουν και απείλησαν πως όποιος τολμούσε θα αντιμετώπιζε αντίποινα. Η Γιαουντέ ανέπτυξε στις περιοχές μεγάλες στρατιωτικές ενισχύσεις.

Πάνω από 100 άνθρωποι απήχθησαν στις δύο περιοχές από αντάρτες τις δύο εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW). Η ίδια ΜΚΟ κατηγόρησε τις δυνάμεις ασφαλείας ότι διέπραξαν «νέες παραβιάσεις» την ίδια περίοδο.

Ούτε τα αποτελέσματα των εκλογών, ούτε το ποσοστό της συμμετοχής έχουν ανακοινωθεί από την κυβέρνηση του Πολ Μπιγιά μέχρι σήμερα.