Αντί να ψηφίσετε Μητσοτάκη

Οι εύπιστοι, μετά την παραδοχή των ψεμάτων του Μητσοτάκη από τον ίδιο, μπορούν να τον ξαναψηφίσουν. Για καλύτερα αποτελέσματα, όμως, μπορούν να βάλουν το χέρι απευθείας στην πρίζα.

Για κάποιο λόγο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί ότι το διάγγελμα είναι επάγγελμα, το οποίο ασκεί με επιτυχία, όποτε οι δημοσκοπήσεις μετατρέπονται από εικονική νίκη σε εσωτερικό θρήνο. Με κίνδυνο να κατηγορηθεί για ναρκισσισμό, ο πρωθυπουργός προβάρει τον λόγο του, ανοίγει κάμερες και ότοκιου κάθε λίγο και λιγάκι και επιχειρεί να επαναφέρει το κοπάδι (μάλλον αυτή την άποψη έχει για όσους τον ακούνε) προς τη μεριά που θα ακουστεί το σφύριγμα. Η κατάσταση έχει γίνει γελοία. Είτε η χώρα θρηνεί πάνω από χιλιάδες τάφους είτε αναγκάζεται να οδηγηθεί στο ταμείο της πολιτικής του, ο Μητσοτάκης έχει τη λύση: «Θα βγω να τους μανιπουλάρω». Και πώς αλήθεια πιστεύει ότι το πετυχαίνει αυτό μέχρι να έρθουν τα μαντάτα της επόμενης δημοσκόπησης; Κάποιοι από τους δεκάδες δημοσιογράφους που έχει καταστήσει αργόμισθους στο Μαξίμου, άντε και μερικοί ευφάνταστοι λογοπλόκοι που θυμούνται τον εαυτό τους στο γυμνάσιο να κοπιάρει επιτυχώς εκθέσεις από το λυσάρι του σχολικού μαθήματος, του γράφουν ένα κείμενο στο πλαίσιο κάποιων κανόνων επιτηδευμένης αοριστίας. Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες που ύστερα από τόσα διαγγέλματα γίνονται ορατοί σαν την παράσταση περιφερόμενου τσίρκου, ο Μητσοτάκης πρέπει να λέει κάτι χωρίς να γίνεται συγκεκριμένος. Σε όσα υπόσχεται ή περιγράφει υπάρχουν μπουρδουκλωμένη ασάφεια και πολλές ερμηνείες.

Στα κρίσιμα σημεία της ομιλίας, εκεί που ο ακροατής-πολίτης αναμένει το ζουμί, οι τοποθετήσεις του πρωθυπουργού είναι αμπαλάρισμα γενικών αρχών διανθισμένες με τις κρίσιμες λέξεις της επικαιρότητας. Στην κατάληξη κάθε ομιλίας του, εκεί που θα έπρεπε να αναφερθεί στη δική του ευθύνη, κατασκευάζει πάντα την ευθύνη του πολίτη, ο οποίος αν πρόκειται για πανδημία φταίει γιατί δεν προσέχει, ενώ αν πρόκειται για ενεργειακή κρίση φταίει επίσης γιατί έχει αιρκοντίσιον που δεν είναι της τεχνολογίας και της οικονομικής άνεσης του Μητσοτάκη.

Ο Μητσοτάκης έχει ένα ακόμη χαρακτηριστικό στα διαγγέλματά του. Λέει πολλά ψέματα, εξαγγέλλει το ίδιο πράγμα πολλές φορές και αναιρεί όσα έχει πει με μεγάλη ευκολία. Η λειτουργία του αυτή προέρχεται από τη γνώση ότι μέσα από τα Μέσα που ελέγχει έχει τη δυνατότητα να μην απολογείται για όσα έλεγε ή λέει.

Στο τελευταίο του διάγγελμα για την ενεργειακή κρίση αναίρεσε τον εαυτό του και την πολιτική του περισσότερο από κάθε άλλη φορά, παραδεχόμενος ότι έλεγε ψέματα. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αρκετά μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα με την πραγματική έννοια του όρου για να δημοσιεύσουν τα «πριν» και τα «μετά» και να αποδείξουν ότι πρόκειται για μια κυβέρνηση που εξαπατά τον κόσμο.

Θα αφήσω συνειδητά έξω από την ανάλυση το τι πραγματικά σημαίνουν σε νούμερα και έσοδα όσα εξήγγειλε ο Μητσοτάκης. Αλλωστε ο μαθηματικός τύπος με τον οποίο θα υπολογιστούν αυτά που ονόμασε ελαφρύνσεις ο Μητσοτάκης είναι χειρότερος από εκείνον της ρήτρας προσαρμογής. Μοναδικό αδιαμφισβήτητο στοιχείο είναι ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, ο πολίτης δηλαδή, θα πληρώσει τις ελάχιστες ελαφρύνσεις, οι οποίες δεν θα γίνουν τελικώς από αυτούς που κερδίζουν με την αισχροκέρδεια αλλά από το δημόσιο ταμείο. Ο Μητσοτάκης ξέρει ότι τον Ιούνιο, όταν όπως υπόσχεται θα γίνουν οι «επιστροφές», θα τον αποκαλύψει η πραγματικότητα. Αυτό που κάνει είναι να ρίχνει την μπάλα στην εξέδρα για να κερδίσει χρόνο και ίσως ένα πολιτικό αφήγημα μέσα από ανασχηματισμό.

Ας δούμε λοιπόν τη μεθοδολογία του πρωθυπουργού στο διάγγελμα.

Αφού υποσχέθηκε όσα υποσχέθηκε, μπερδεύοντάς τα με προϋποθέσεις που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές (το 60% που δεν μπορεί να είναι πάνω από 600 ευρώ κ.λπ.), διαβεβαίωσε ότι «αναστέλλεται ουσιαστικά η ρήτρα αναπροσαρμογής». Γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη «ουσιαστικά» και δεν είπε ευθέως ότι αναστέλλεται η ρήτρα; Γιατί θα είναι «σαν να» αλλά «δεν». Δεν καταργεί καμία ληστρική ρήτρα αναπροσαρμογής, απλώς κάνει διατυπώσεις όπως εκείνες του Βαγγέλη Βενιζέλου που βάφτιζε το χαράτσι «ανταποδοτικό τέλος» και επί λέξει «έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων χώρων».

Ο πρωθυπουργός μίλησε για «έμμεσο πλαφόν». Τι σημαίνει έμμεσο πλαφόν; Ή μπαίνει πλαφόν στις τιμές ή δεν μπαίνει. Αυτό που εννοεί είναι ότι οι εταιρείες ενέργειας θα συνεχίσουν να αισχροκερδούν και το κράτος θα παίρνει πάνω του το κόστος της αισχροκέρδειας αντί να βάλει πλαφόν. Για ένα τέτοιο μέτρο δεν χρειαζόταν ο Μητσοτάκης να ανακαλύψει την Αμερική∙ αρκούσε να ανακαλύψει την Ιβηρική. Μπορούσε να πάρει τις αποφάσεις του, όπως έκαναν η Ισπανία και η Πορτογαλία, και να τις ανακοινώσει. Δεν το έκανε.

Ανακοίνωσε ότι θα πάρει από τα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας. Έχει σημασία από πολιτική αλλά και ψυχολογική σκοπιά ότι δεν τολμά καν να τα πει υπερκέρδη ή αισχροκέρδεια. Τα αποκαλεί «πρόσθετα συγκυριακά έσοδα», ενώ δεν τα έχει επιφέρει καμία συγκυρία αλλά η πολιτική των εταιρειών με τις ευλογίες και τη νομική κυβερνητική κάλυψη.

Φυσικά δεν είπε πώς θα τα φορολογήσει, πότε θα τα φορολογήσει και πόσα θα φορολογήσει. Μέχρι πριν από μερικές μέρες δεν υπήρχαν υπερκέρδη και αναγκάστηκε να μιλήσει γι’ αυτά όταν ο Αλέξης Τσίπρας μιλώντας στη Βουλή τα προσδιόρισε σε 1,6 δισ. ευρώ. Ο υπουργός του Μητσοτάκη Κώστας Σκρέκας στις 8 Απριλίου προκλητικά δήλωσε: «Ακούμε για υπερκέρδη στις εταιρείες ενέργειας αλλά υπερκέρδη δεν βρίσκουμε». Τώρα τα βρήκαν αλλά και πάλι δεν μπορούν ακόμη να τα αριθμήσουν για να τα «φορολογήσουν». Έχει σημασία ότι ούτε τη λέξη φορολόγηση χρησιμοποιεί, για να μη δημιουργήσει την κακή εντύπωση ότι φορολογεί τον πλούτο. Τα αποκαλεί «τέλος αλληλεγγύης».

Το σημαντικό είναι ότι ανακοινώνει μέτρα αναδρομικά από τον Δεκέμβριο του 2021. Ενώ δηλαδή επί μήνες επιχειρηματολογεί ότι για την ακρίβεια φταίει ο πόλεμος, ξαφνικά αναγνωρίζει ότι η ακρίβεια (του) προηγείται του πολέμου.

Στον άνευ όρων ευρωπαϊστή Μητσοτάκη ξαφνικά φταίει το «αργοκίνητο υπερωκεάνιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ενώ στην πραγματικότητα οι αποφάσεις ελάφρυνσης, ο έλεγχος των τιμών και τα μέτρα ρύθμισης της αγοράς ενέργειας ανήκουν αποκλειστικά στην κυβέρνηση. Η Ισπανία και η Πορτογαλία με απόφαση των κυβερνήσεών τους πήραν τα μέτρα. Ποιο προβληματικό υπερωκεάνιο επικαλείται ο Μητσοτάκης προσπαθώντας να βρει σωσίβιο για να σωθεί;

Φυσικά, το διάγγελμα-παρωδία της επιτηδευμένης ασάφειας και γενικολογίας καταλήγει βρίσκοντας τον πραγματικό υπαίτιο. Τον πολίτη, με συνεργό το ψυγείο, τον θερμοσίφωνα και το αιρκοντίσιον. Παλιά μου τέχνη κόσκινο του «μαζί τα φάγαμε» και του κοινωνικού αυτοματισμού.

Οι εύπιστοι, μετά την παραδοχή των ψεμάτων του Μητσοτάκη από τον ίδιο, μπορούν να τον ξαναψηφίσουν. Για καλύτερα αποτελέσματα, όμως, μπορούν να βάλουν το χέρι απευθείας στην πρίζα.

Κώστας Βαξεβάνης