“Αδειάζει” Πέτσα η Λινού για τα μέσα μεταφοράς που δήθεν “δεν είναι εστίες υπερμετάδοσης”

Καλεμένη στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΟΡΕΝ με τη Νίκη Λυμπεράκη, η καθηγήτρια Επιδημιολογίας Αθηνά Λινού μίλησε για τα μέτρα που κατά τη γνώμη της πρέπει να εφαρμοστούν άμεσα προκειμένου να υπάρξει ανάσχεση στη διασπορά του κορονοϊού, την ώρα που σήμερα καταγράφηκαν 1.547 κρούσματα σε 24 ώρες, ενώ “άδειασε” τον κυβερνητικό εκπρόσωπο για τη δήλωσή του ότι από τους ελέγχους που έχουν διενεργηθεί δεν φαίνεται να είναι εστίες υπερμετάδοσης τα μέσα μεταφοράς.

Νομίζω ότι αυτό είναι λάθος, δεν ξέρω τι είδους μελέτη είναι αυτή. Δεν νομίζω ότι υπάρχει δυνατότητα σοβαρής επιδημιολογικής μελέτης σήμερα, όπως είναι η κατάσταση, που θα αποδείξει αν είναι ή δεν είναι μέσο διασπορας τα ΜΜΜ. Πρέπει οπωσδήποτε να μένουν ανοιχτά τα παράθυρα στα λεωφορεία, να μην υπάρχουν όρθιοι και κουπόνια για εργαζόμενους ώστε να χρησιμοποιούν ταξί ή ιδιωτικά λεωφορεία ώστε να μην ξαναϋπάρξει συνωστισμός” απάντησε η Αθ.Λινού.

Συνέχισε προτείνοντας μέτρα για να φρενάρει η εξάπλωση του κορονοϊού, όπως το άμεσο κλείσιμο των κλειστών χώρων στην εστίαση, καθώς και την κατάληψη περισσότερων χώρων στα πεζοδρόμια, όπου θα μπορούν να τοποθετηθούν θερμάστρες αλλά και κουβέρτες. Παράλληλα, μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας κάψουλας εντός των σπιτιών που θα χρησιμοποιείται από δύο οικογένειες. Ακόμη αναφέρθηκε στην ανάγκη για τηλεργασία στο 90% των εργαζομένων.

«Ελπίζω σύντομα και όχι σε λίγες μέρες να δούμε έως και 2.500 κρούσματα. Αυτό θα γίνει εάν η κυβέρνηση δεν εντατικοποιήσει τα μέτρα προστασίας και εάν οι πολίτες δεν τα εφαρμόσουν», ανέφερε η κυρία Λινού. Παράλληλα, όπως τόνισε, τα νέα μέτρα που ελήφθησαν πριν λίγες μέρες έπρεπε να είχαν επιβληθεί πριν ένα μήνα.

Ακολούθως επεξηγώντας τι εννοεί όταν λέει εντατικοποίηση των μέτρων από πλευράς πολιτείας τόνισε πως αναφέρεται:

  • στη χρήση μάσκας σε όλους τους χώρους καθώς πολύ εύκολα μία περιοχή μεταπηδά από το πράσινο στο πορτοκαλί και από το πορτοκαλί στο κόκκινο
  • άμεσο κλείσιμο των εσωτερικών χώρων στους χώρους εστίασης, ενώ θα πρέπει να υπάρξει περισσότερη διευκόλυνση για κατάληψη περισσότερων πεζοδρομίων με θερμάστρες εξωτερικού χώρου αλλά και κουβέρτες
  • στο να μην υπάρχει κανένας σε κλειστό χώρο (δεν σχετίζεται με τα σπίτια)
  • στη δημιουργία κάψουλας εντός των σπιτιών ανά δύο οικογένειες. Δηλαδή, να μην έχουμε σχέσεις με πολύ κόσμο
  • επιδότηση στη θέρμανση ώστε να μπορούμε να ανοίγουμε τα παράθυρα των σπιτιών μας
  • εξ’ αποστάσεως εργασία σε ποσοστό τουλάχιστον 90% του πληθυσμού

Από την άλλη πλευρά η καθηγήτρια Επιδημιολογίας – απαντώντας στο ερώτημα για το εάν υπάρχουν ευθύνες για την καθυστέρηση επιβολής μέτρων – υπογράμμισε πως «δεν είναι εύκολο να πούμε εάν υπάρχουν ευθύνες ή όχι δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί και δεν μας αφορά. Αυτό που μας αφορά αυτή τη στιγμή είναι να σώσουμε ανθρώπινες ζωές. Παράλληλα πρέπει άμεσα να πάρουμε νέα μέτρα που μπορεί και να κοστίσουν. Καταλαβαίνω πως για τους εστιατόρες είναι πολύ σκληρό αυτό που προτείνω, αλλά ταυτόχρονα η πολιτεία πρέπει να τους αποζημιώσει, να τους δώσει κίνητρα για delivery, για catering. Ούτε με το ωράριο θα αλλάξει κάτι. Και αυτό διότι οι άνθρωποι θα μεταφερθούν από το να τρώνε το βραδινό τους στις 19:00. Εάν όμως υπάρξει ενίσχυση του delivery μειώνουμε πραγματικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού».

Παράλληλα η κυρία Λινού επεσήμανε ότι «η θνητότητα αυτή τη στιγμή είναι γύρω στο 5%. Θα μπορούσαμε να τη μειώσουμε στο 1% ή στο 2%. Εάν έχουμε πολλά κρούσματα θα χάσουμε πολλούς ανθρώπους. Είναι πολύ δύσκολο να υπολογίσεις τη θνητότητα γιατί δεν ξέρεις πόσα είναι τα κρούσματα. Η θνητότητα είναι το πηλίκο όσων πεθαίνουν από κορονοϊό στο σύνολο των κρουσμάτων. Εάν τα πραγματικά κρούσματα είναι μεγαλύτερα τότε η θνητότητα είναι μικρότερη».

Απαντώντας στο ερώτημα για το εάν με βάση τον πολλαπλασιαστή είναι επί δέκα τα κρούσματα από αυτά που ακούγονται κάθε μέρα ή με τη διενέργεια τεστ είναι μικρότερα εξήγησε ότι «όλες οι μελέτες που έχουν δημοσιευθεί είναι από 6 – 24 με μέσο όρο το 11. Αυτά τα στοιχεία έχουν δημοσιευθεί αλλά όχι στην Ελλάδα. Φαντάζομαι ότι και στην Ελλάδα δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά».