Έχουν κάτι τώρα να πουν όλοι εκείνοι που ξέπλεναν την εγκληματική συμμορία;… Δημήτρης Κουσουρής

Ήμουνα νιος και γέρασα. Από το 1998, όταν ένα οπλισμένο τάγμα της ΧΑ επιχείρησε να δολοφονήσει εμένα και δύο συναδέλφους μου στο πλαίσιο της καταστολής των εκπαιδευτικών κινητοποιήσεων ενάντια στη μεταρρύθμιση Αρσένη, μέχρι την 7η Οκτωβρίου 2020, που η Χρυσή Αυγή καταδικάστηκε επιτέλους ως αυτό που ήταν, μια εγκληματική οργάνωση, πέρασε σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.

Αν συνυπολογίσουμε ότι εμείς ήμασταν απλώς τα πρώτα γνωστά θύματα επειδή μας χτύπησαν σχεδόν μέχρι θανάτου, αλλά οι επιθέσεις της ναζιστικής συμμορίας είχαν ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, εδώ και τριάντα χρόνια. Σε αυτά τα χρόνια η εγκληματική δράση της οργάνωσης απασχόλησε συχνά την επικαιρότητα, ενίοτε τη Δικαιοσύνη, σπανιότερα την αστυνομία. Αν μη τι άλλο, μετά το 1998 αν κάτι ήξεραν όλοι για τη Χρυσή Αυγή είναι ότι επρόκειτο για ναζιστική γκρούπα με πλούσιο ενεργητικό σε επιθέσεις ενάντια σε αριστερούς συνδικαλιστές, ακτιβιστές και μετανάστες. Πιο πρόσφατα, στη δεκαετία του 2000, η Χρυσή Αυγή έγινε ακόμη πιο γνωστή για τις κοινές της επιχειρήσεις με τις δυνάμεις των ΜΑΤ στο κέντρο της Αθήνας ενάντια σε αντιφασίστες διαδηλωτές, αλλά και για δεκάδες δολοφονικές επιθέσεις σε μετανάστες και αριστερούς. Ηταν αυτή η οργάνωση που μέσα σε δυο τρία χρόνια απ’ όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση εκτίναξε τα ποσοστά της και την εκλογική της επιρροή. Η ηγεσία και οι βουλευτές της οργάνωσης φιλοξενήθηκαν συχνά στα τηλεοπτικά στούντιο με ουκ ολίγες αποκλειστικές συνεντεύξεις, αλλά και στα φύλλα πολλών εφημερίδων μεγάλης κυκλοφορίας. Ολον εκείνο τον καιρό στελέχη των κυβερνήσεων και μεγαλόσχημοι σχολιαστές τηλεοπτικών πάνελ φλέρταραν συστηματικά με το ακροατήριο και την κοινωνική βάση της Χρυσής Αυγής, νομιμοποιώντας τη δράση της και υιοθετώντας ταυτόχρονα την πολιτική της ατζέντα στην πολιτική του κράτους απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες μέσα στη χώρα και στα εξωτερικά σύνορά της.

Γράφτηκαν ήδη και θα γραφτούν ακόμη πολλά για την ιστορική απόφαση της 7ης Οκτωβρίου. Οι απόπειρες πολιτικής κεφαλαιοποίησης από την πλευρά της κυβέρνησης κρίνονται αν μη τι άλλο ως άστοχες. Πρώτον, γιατί τη Χρυσή Αυγή την καταδίκασε το Α΄ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Δεύτερον και σημαντικότερο, γιατί –και αυτό το ξέρουν πια όλοι– τη Χρυσή Αυγή την καταδίκασε η απόφαση του Παύλου Φύσσα να σταθεί και να αντιμετωπίσει όρθιος και με τίμημα την ίδια του τη ζωή τα ναζιστικά καθάρματα. Κι από εκεί και μετά η αφύπνιση, η κινητοποίηση δικηγόρων, δημοσιογράφων, αγωνιστών του αντιφασιστικού κινήματος μέσα κι έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου να βρουν και να δείξουν σε όλο τον κόσμο την αλήθεια, να κλείσουν τους δρόμους για τους φασίστες, να φράξουν τον δρόμο στον φασισμό. Από αυτήν τη σκοπιά, ελέγχεται ως (ας το πούμε) άκομψο να διεκδικούνται πολιτικές δάφνες για τη δίωξη και καταδίκη της Χρυσής Αυγής ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, στο πέρας μιας δίκης στην οποία παρουσιάστηκε η βαρβαρότητα των ναζί για πεντέμισι χρόνια σε εκατοντάδες συνεδριάσεις από τόσους μάρτυρες και θύματα που την ένιωσαν στο ίδιο τους το κορμί και την αντιμετώπισαν στην καθημερινότητά τους. Στο πέρας μιας δίκης όπως αυτή αρμόζει αν μη τι άλλο σεβασμός στη μνήμη του Σαχζάντ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα και την αξιοπρέπεια των επιζώντων.

Όταν κλείνει το δικαστικό δράμα χαράζοντας μια γραμμή ανάμεσα στο πριν και το μετά το πρώτο ουσιαστικό ερώτημα που αξίζει να τίθεται στους συντελεστές αλλά και τους θεατές του είναι: πώς φτάσαμε έως εκεί; Γιατί τα πράγματα έγιναν έτσι και όχι αλλιώς; Ποιες συνθήκες και ποια πρόσωπα διευκόλυναν την πορεία προς το κύμα τρομοκρατίας και τα εγκλήματα της Χρυσής Αυγής; Ποιος ήξερε και ποιος μπορούσε να κάνει κάτι; Γνώριζαν οι κυβερνήσεις; Γνώριζαν οι μηχανισμοί του κράτους; Υπήρχε χρόνος να μαζευτούν; Γνώριζαν, υπήρχε και δεν συνέβη. Γιατί; Σε ό,τι με αφορά, όλα αυτά τα χρόνια έχω καταθέσει δημόσια σε κάθε ευκαιρία που μου δόθηκε τι έζησα και τι κατάλαβα από τη γνωριμία μου με το τέρας του φασισμού. Μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής είναι θαρρώ η ώρα να τείνουμε ευήκοον ους και σε εκείνους που αυτά τα επτά χρόνια τώρα σφυρίζουν κλέφτικα. Εχουν άραγε κάτι να πουν; Εχουν κάτι να πουν τώρα όλοι εκείνοι που χαριεντίζονταν με την εγκληματική συμμορία; Οι άλλοι που τους ξέπλεναν ως άκακους ακτιβιστές και προσκόπους που συνοδεύουν γριούλες στα ΑΤΜ; Οι λογής οικονομικοί παράγοντες που τους χρησιμοποιούσαν για προστασία; Τι απολογισμό έχουν να κάνουν οι διάφοροι κυβερνώντες για την εκκαθάριση της αστυνομίας και του κράτους από τους ναζί;

Αξιότιμες κυρίες, αξιότιμοι κύριοι, είμαι (και είμαστε) όλο αυτιά.