Ένας Ταρτούφος χωρίς γέλιο, αλλά με μπρεχτικές αρετές

Η παράσταση του Ivo van Hove και της Comédie-Française συνιστά μία αμφιλεγόμενη πρόταση από την οποία απουσιάζει η δροσιά και το γέλιο, υποφώσκει όμως το «μάθημα» ότι πολλές φορές το κλασικό χρειάζεται τσίγκλισμα για να διαπιστώσουμε αν το σώμα του είναι ακόμα ζωντανό.

Είναι πολύ σημαντικό πως κορυφαίοι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες τοποθετούν πια την Πειραιώς ως σταθμό στην καλλιτεχνική τους περιοδεία, ότι επανέρχονται σταθερά με νέες παραγωγές τους στην Αθήνα. Είναι ας πούμε οπωσδήποτε σημάδι ενός υψηλού σε κύρος φεστιβάλ (καμιά σχέση με το Φεστιβάλ Επιδαύρου καθώς εκεί το ίδιο το θέατρο και ο μύθος του δίνουν αξία στο εγχείρημα) ότι ο Ivo van Hove και η Comédie-Française αμέσως μετά την παρουσίαση του Ταρτούφου στο Παρίσι, έβαλαν επόμενη στάση τους την Πειραιώς.

Εδώ και χρόνια έχω σημειώσει πως η αξία ενός παρόμοιου θεσμού δεν κρίνεται τόσο από τις ίδιες τις παραγωγές όσο από τη «φρεσκάδα» τους. Κι είναι επόμενο να νιώθει ο Αθηναίος θεατρόφιλος κολακευμένος για το ότι προπορεύεται πολλών στην άποψή του για την επετειακή (με αφορμή τα 400 χρόνια από τη γέννηση του κορυφαίου δραματουργού) και ιντριγκαδόρικη (μιλάμε για τη σύμπραξη του πλέον έγκυρου και παλιότερου θεσμικού γαλλικού θιάσου με την ομάδα ενός Βέλγου πρωτοποριακού σκηνοθέτη) καλλιτεχνική πρόταση.

Αν υπάρχει για εμάς εδώ κάποιο μάθημα, νομίζω πως αυτό έχει κιόλας ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη του Ταρτούφου. Δεν είναι μόνο η επιλογή του γαλλικότερου των γαλλικών θιάσων να εορτάσουν τη μνήμη του γαλλικότερου των Γάλλων κωμωδιογράφων υπό την μπαγκέτα ενός μέτοικου.

Είναι και ο τρόπος. Προβάλλουν μια εντελώς ασυμπλεγμάτιστη προσέγγιση του κλασικού, ανασύρουν την πρώτη εκδοχή του Ταρτούφου που λογοκρίθηκε και αναθεωρήθηκε προς το ασφαλέστερον από τον ίδιο τον δημιουργό του έπειτα από πιέσεις, στήνουν μια εκσυγχρονιστική, σκοτεινή κοσμοθεωρία που το πλαισιώνει και τιμούν με αυτά το πνεύμα ενός συγγραφέα που αν ήταν μεγάλος, ήταν γιατί συνεχίζει να ζει εντός του μέλλοντός μας.

Ναι, χωρίς αμφιβολία είναι μια αμφιλεγόμενη πρόταση αυτός ο Ταρτούφος. Ομως διδάσκει -και από τους ειδικούς μάλιστα στο είδος- πως ο σεβασμός δεν σημαίνει ακινησία. Αντίθετα πολλές φορές το κλασικό χρειάζεται τσίγκλισμα για να διαπιστώσουμε αν το σώμα του είναι ακόμα ζωντανό. Αν αντιδρά στις ερωτήσεις μας.

Θα μου επιτρέψετε όμως πρώτα να περιγράψω με δυο λόγια την παράσταση του σκηνοθέτη. Ο δικός του Ταρτούφος λοιπόν ζει και αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον που προσδιορίζεται από την υπόγεια υποκρισία, την καταπιεσμένη επιθυμία, την έλλειψη κάποιου εξωτερικού, καθαρτικού φωτός και βέβαια από την απόλυτη κυριαρχία της επιτήδευσης σε βάρος της ουσίας. Αν για κάτι απαγορεύτηκε άλλωστε εκείνος ο πρώτος Ταρτούφος δεν ήταν για τον ίδιο τον μπαγαμπόντη θρησκευόμενο όσο για αυτό το περιβάλλον που το έργο υπονοεί.

Είδαμε στην παράσταση της Πειραιώς τον κόσμο του Ταρτούφου να μεταφέρεται στον σκοτεινό χώρο της μεγαλοαστικής τάξης, στην ατμόσφαιρα της σαπουνόπερας, όπου φωτιστικά και πολυέλαιοι ανεβοκατεβαίνουν με πάταγο από το ταβάνι του στούντιο (σκηνικά και φωτισμοί από τον Jan Versweyveld) και οι άνθρωποι του κύκλου του πατριάρχη Οργκόν κυκλοφορούν στα μαύρα, ατσαλάκωτα κοστούμια (κοστούμια της An D’ Huys) ως κλασικοί «γόνοι».

Να τους εμπιστευτούμε; Αν και καταγγέλλουν τον Υποκριτή που κάνει μάγια στον πατέρα τους, διόλου δεν μοιάζουν να εκπροσωπούν την πλευρά του Διαφωτισμού για εμάς. Μοιάζουν αντίθετα με μέλη της σάγκα, έχοντας καταστρώσει ο καθένας για λογαριασμό του σχέδια επιβολής και κυριαρχίας, σχέδια τα οποία βρίσκουν εμπόδιο στον νέο, καπάτσο παρείσακτο του οίκου. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι να δούμε τον Ταρτούφο. Πρέπει κιόλας να τον εντοπίσουμε ανάμεσα στους υπόλοιπους.

Πρόκειται όπως είναι φανερό για μια διδακτική προσέγγιση που αντιμετωπίζει τον Μολιέρο διαλεκτικά και μπολιάζεται με αρκετά από τα εφέ του επικού θεάτρου. Καταμεσής του σκοτεινού κόσμου του ανοίγεται ένα σεντόνι, ένας άδειος χώρος σαν ρινγκ, στο οποίο παίζεται η περίφημη δεύτερη σκηνή του επικού θεάτρου. Σε αυτήν εισέρχονται τα πρόσωπα όταν θέλουν να μιλήσουν, αφού πρώτα χαιρετίσουν το ένα το άλλο, υποκλινόμενα όπως οι αθλητές του τζούντο. Εκεί μάλιστα έχει σχεδιαστεί στο κέντρο του σεντονιού ένα κύκλος, που αφορά ασφαλώς το κεντρικό κάθε φορά πρόσωπο της συζήτησης.

Συμπληρώστε σε αυτά όλα τα σχόλια που προβάλλονται στην αρχή κάθε σεκάνς πάνω σε μια οθόνη, καθοδηγώντας την κριτική μας σκέψη. Προσθέστε τον επίμονο τρόπο που αλλάζουν τα σκηνικά, με τον ενοχλητικό θόρυβο να καλεί σε εγρήγορση, – μαζί και τεχνικούς που παρεισφρέουν τακτικά στη σκηνή για να αλλάξουν σκηνικά. Και βάλτε από πάνω τις ερμηνείες των ηθοποιών, που δεν ακολουθούν την ψυχολογική αλλά την κριτική εκ των έσω στάση τους απέναντι στους ρόλους. Καταλήγετε έτσι σε έναν Ταρτούφο που κι αν δεν υπόγραφε, οπωσδήποτε θα χειροκροτούσε ο Μπρεχτ.

Αλλωστε η τελική, συμπληρωματική -και απολύτως τραγελαφική-, σκηνή του Hove, με την οποία κλείνει η παράσταση, παρουσιάζει τους ήρωες του έργου «έξι μήνες μετά», όταν ο καθένας θα μπορούσε να έχει βρει τον δρόμο του μακριά από την υποκρισία, κοντά στη δική του «αλήθεια».

Αυτό βέβαια μοιραία οδηγεί στο ξένισμα των θεατών, που όσο να πεις αλλιώς έχουν διαβάσει ή καταλάβει τον Ταρτούφο. Αν λείπει βέβαια κάτι εδώ, δεν είναι η στοχαστική ερμηνεία του έργου. Λείπει η δροσιά του. Ναι, ξέρουμε πως ο Μολιέρος υπήρξε κάτι πολύ μεγαλύτερο από διασκεδαστής της Αυλής, συγγραφέας κωμωδιών-μπαλέτων, δημιουργός και γεννήτορας του γέλιου.

Και ξέρουμε επίσης πως ο Ταρτούφος του, ένα από τα αριστουργήματά του, εντοπίζει, ανασύρει, εμφανίζει και καυτηριάζει μια από τις καταστάσεις της ανθρώπινης γελοιότητας που δεν είναι μόνο «υποκρισία». Είναι ένα φαινόμενο να ενδίδουμε στο προσφερόμενο ψεύδος με τέτοια αυτόβουλη ένταση, ώστε να καταλήγουμε μέχρι στην εξάρτηση μας από αυτές.

Γιατί αν ο ένας πόλος της κωμωδίας είναι ο Ταρτούφος, ο άλλος πόλος, που δεν πρέπει να λησμονείται, είναι ο Οργκόν. Ενας καταφανώς εθισμένος στη δόση του ψέματος που ο Ταρτούφος χορηγεί με άνεση. Και τι είναι τελικά αυτό που ο Ταρτούφος δίνει; Είναι το όπιο που πρέπει να εντοπίσουμε σήμερα επειγόντως, ειδικά σε περιπτώσεις όπως του Τραμπ ή του Τράγκα. Παράλληλες πραγματικότητες, τόσο πειστικές στην αυτοαναφορά τους ώστε ούτε τα ίδια μας τα μάτια να μην μπορούν να τις διαλύσουν. Τόσο επίκαιρος συγγραφέας είναι ο Μολιέρος.

Μα και τόσο ευχάριστος! Εκείνο που έλειψε στην παράσταση της Πειραιώς δεν είναι το βαθύ πηγάδι στο οποίο ακούμε να αντηχεί το γέλιο μας, αλλά το γέλιο μας. Ακόμα και μια από τις πιο κωμικές σκηνές όλων των εποχών, με τη σύζυγο του Οργκόν να δέχεται ανελέητη επίθεση από τον Ταρτούφο, και τον ίδιο τον σύζυγο να παραμένει κρυμμένος κάτω από το τραπέζι, αναβάλλοντας υπόπτως την εμφάνισή του (για να μην αντιμετωπίσει τον εαυτό του;), σκηνή όπου η κωμωδία θριαμβεύει, ελάχιστα αποδόθηκε στη μεταφορά του Hove.

Ο κόσμος δεν γέλασε πολύ, χειροκρότησε ωστόσο θερμά την παράσταση, θεωρώντας προφανώς ότι αρκεί μια τόσο ξεχωριστή πρόταση για την επιδοκιμασία του. Αλλωστε σε κάθε περίπτωση δεν είδε μόνο «προσέγγιση». Είδε την τελειότητα των μέσων από κάθε άποψη, από τα σκηνικά και τους φωτισμούς, μέχρι τις ερμηνείες.

Από τις τελευταίες, ας κρατήσουμε στη μνήμη τον Οργκόν του Denis Podalydès, αληθινά άβουλο όργανο στα χέρια του απατεώνα. Και βέβαια τον Ταρτούφο του Christophe Montenez, που κοντεύει να γοητεύσει κι εμάς τους ίδιους! Το κοινό της Πειραιώς άκουσε μαζί (και ως ένα βαθμό «είδε») τη σπουδαία μουσική του Alexandre Desplat. Και πάνω από όλα γιόρτασε με τον Μολιέρο το θέατρο σαν κάλεσμα ανοικτό σε κάθε χώρα και εποχή, – ένα κάλεσμα διαρκούς αφύπνισης και εγρήγορσης.

Γρηγόρης Ιωαννίδης